Ήταν 12η Ιουνίου του 1962

Μια μέρα σαν την 12η Ιουνίου του 1962, το Αλκατράζ μετράει απόντες για πρώτη φορά στην 28χρονή ζωή του και το FBI ακόμα τους ψάχνει!

Στον διαδικτυακό ιστότοπο του FBI υπάρχει μια αγγελία ενεργή εδώ και πολλά χρόνια: «Καλούνται όσοι γνωρίζουν πληροφορίες σχετικά με τη μεγαλύτερη απόδραση από φυλακή υψίστης ασφαλείας να τηλεφωνήσουν στο 415 436 76 77»

Εφέτος συμπληρώθηκαν ακριβώς 60 χρόνια από τις 12 Ιουνίου του 1962 κι όμως οι έρευνες συνεχίζονται!

Έχει χαρακτηριστεί η Μεγάλη Απόδραση και πραγματικά ήταν το γεγονός που συντάραξε την αμερικανική κοινωνία της 10ετίας του ’60 κι ακόμα συζητείται. Τι είχε γίνει τότε;

Ήταν μία επιθεώρηση ρουτίνας από τους δεσμοφύλακες. Το πρωινό της 12ης Ιουνίου του 1962 οι φρουροί της φυλακής υψίστης ασφαλείας του Αλκατράζ έκαναν το συνηθισμένο πρωινό έλεγχο των κρατούμενων στα κελιά τους. Όταν έφτασαν στην ομάδα κελιών «Β» κατάλαβαν αμέσως πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Οι φυλακισμένοι ήταν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους, αλλά δεν έδειχναν κανένα σημάδι ζωής. Οι φρουροί ξεκλείδωσαν τα κελιά και τα έχασαν με αυτό που αντίκρισαν: οι διαβόητοι ληστές Τραπεζών Φρανκ Μόρις και τα αδέλφια Τζον και Κλάρενς Άνγκλιν ήταν άφαντοι.

Στη θέση τους είχαν βάλει ψεύτικα κεφάλια με εξαιρετικό τρόπο φτιαγμένα από χαρτί, με αληθινά μαλλιά και ζωγραφισμένα μάτια. Τρεις από τους πιο επικίνδυνους κακοποιούς που βρίσκονταν φυλακισμένοι στο Αλκατράζ είχαν δραπετεύσει.

Ούτε οι φύλακες, ούτε άλλος κανείς πίστεψαν ότι είχαν καταφέρει να το σκάσουν. Το Αλκατράζ άλλωστε ήταν μία από τις πιο καλά φρουρούμενες φύλακες σε όλο τον κόσμο. Η απομονωμένη θέση της, χτισμένη πάνω σε ένα βραχώδες νησί στον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, που το χτυπούσαν τα τεράστια παγωμένα κύματα καθιστούσε κάθε απόπειρα απόδρασης σχεδόν αδύνατη.

Στα 29 χρόνια της λειτουργίας της ως Ομοσπονδιακή Φυλακή – από το 1934 έως το 1963 – ουδείς είχε καταφέρει να διαφύγει ζωντανός. Το είχαν επιχειρήσει 41 κρατούμενοι. Από αυτούς οι 26 συνελήφθησαν, επτά έπεσαν νεκροί από τα πυρά των φρουρών και τουλάχιστον τρεις είχαν πνιγεί στην προσπάθειά τους να πατήσουν τη στεριά του Σαν Φρανσίσκο.

Μια επιστολή που ξύπνησε τον μύθο

Θεωρείται ακόμη μια από τις πιο έξυπνες αποδράσεις όλων των εποχών, από φυλακή – αν λειτούργησε τελικά. Οι τρεις κακοποιοί είχαν χρησιμοποιήσει ακονισμένα κουτάλια για να σκάψουν τα τείχη της φυλακής, άφησαν τα ανδρείκελα από πεπιεσμένο χαρτί στα κρεβάτια τους και διέφυγαν στη θάλασσα με μια σχεδία κατασκευασμένη από 50 αδιάβροχα. Τα πτώματά τους – αν πνίγηκαν στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο – δεν βρέθηκαν ποτέ και αν έφτασαν σώοι στην ακτή δεν εντοπίστηκαν ποτέ και πουθενά τα ίχνη τους!

Στα χρόνια που ακολούθησαν οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι η απόδραση δεν είχε επιτυχημένο τέλος, όμως… Τον Ιανουάριο του 2018 το CBS San Francisco δημοσίευσε ένα απόσπασμα μιας επιστολής που απευθυνόταν στο FBI, όπου υπήρχε μια εντελώς διαφορετική ιστορία: «Το όνομά μου είναι Τζον Άνγκλιν. Δραπέτευσα από το Αλκατράζ τον Ιούνιο του 1962 με τον αδερφό μου Κλάρενς και τον Φρανκ Μόρις. Είμαι 83 χρονών πια και σε κακή κατάσταση. Ο καρκίνος με έχει καταβάλει. Ναι, όλοι τα καταφέραμε εκείνο το βράδυ»!

Η επιστολή είχε αποσταλεί στον αστυνομικό σταθμό του Σαν Φρανσίσκο το 2013, αλλά είχε παραμείνει μυστική ενώ η υπόθεση βρισκόταν υπό διερεύνηση. Εργαστήριο του FBI εξέτασε το γράμμα για δακτυλικά αποτυπώματα και DNA και ανέλυσε το χειρόγραφο χωρίς όμως να αποκομίσει σαφή αποτελέσματα.

Στην επιστολή του, ο αποστολέας, ενημέρωνε ότι ήταν ο τελευταίος από τους τρεις δραπέτες που βρισκόταν εν ζωή (οι άλλοι «είχαν πεθάνει το 2005 και το 2008»). Ο τελευταίος επιζών πρότεινε και μια συμφωνία: Εάν οι αρχές δεσμεύονταν μέσω τηλεόρασης, ότι θα τον τιμωρούσαν με φυλάκιση ενός χρόνου μόνο κατά την οποία θα μπορούσε να έχει την ιατρική περίθαλψη που χρειαζόταν: «Θα σας γράψω για να σας ενημερώσω ακριβώς πού βρίσκομαι. Δεν είναι αστείο… ».

Αυτό δεν ήταν το πρώτο στοιχείο που υποδήλωνε ότι θα μπορούσε να είχαν καταφέρει οι τρεις δραπέτες. Ο Ρόμπερτ Τσέτσι, αξιωματικός της αστυνομίας του Σαν Φρανσίσκο, είχε καταθέσει τότε (το 1962) ότι είχε δει αυτό που περιέγραφαν ως «λευκή βάρκα» στον Κόλπο, τη νύχτα της εξαφάνισης των φυλακισμένων. Δεν είχε αναμμένα φώτα, αλλά φάνηκε να υπάρχει κάποιος με φακό μέσα στο νερό. Η αστυνομία ερεύνησε την κατάθεση, αλλά δεν κατάφερε να εντοπίσει κάτι συγκεκριμένο.

Καρτ ποστάλ από τη Βραζιλία…

Το 2015 εμφανίστηκε μια φωτογραφία στην οποία φέρεται να εικονίζονταν τα δυο αδέλφια που είχαν δραπετεύσει εκείνο το βράδυ. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί στη Βραζιλία περίπου 13 χρόνια μετά την εξαφάνισή τους. Μέλη της οικογένειας των κακοποιών ανέφεραν επίσης παράξενες εμπειρίες που υποδηλώνουν ότι μπορεί να πράγματι να είχε πετύχει η απόδραση: «Η γιαγιά μου λάμβανε τριαντάφυλλα επί αρκετά χρόνια μετά την απόδραση», είχε πει συγγενείς των δύο αδελφών. Ωστόσο, οι Ομοσπονδιακές Αρχές δεν έδωσαν σημασία στις φήμες που μιλούσαν για επιτυχημένη μεγάλη απόδραση.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Σε συνέντευξή τους Αμερικανοί αξιωματούχοι που διερεύνησαν την υπόθεση δήλωσαν σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ότι «Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Φυλακών είναι βέβαιο ότι οι τρεις δραπέτες πνίγηκαν όταν έφυγαν από το Αλκατράζ και τα πτώματά τους παρασύρθηκαν στον Ειρηνικό Ωκεανό». Ποιος να τους πιστεψει;