Το Ηνωμένο Βασίλειο επανεξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να απαγορεύσει ή να περιορίσει την πρόσβαση των εφήβων στα social media, μια κίνηση που έχει ανοίξει εκ νέου μια ευρύτερη και έντονη συζήτηση σε ολόκληρη την Ευρώπη σχετικά με την ασφάλεια των παιδιών στο διαδίκτυο.

Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου γονείς, εκπαιδευτικοί και ειδικοί ψυχικής υγείας ζητούν πιο αυστηρά μέτρα, επικαλούμενοι τους κινδύνους που συνδέονται με τη χρήση των πλατφορμών από ανηλίκους.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες —όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Αυστρία, η Ελλάδα και η Δανία— βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη συζητήσεις ή νομοθετικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της πρόσβασης των παιδιών στα κοινωνικά δίκτυα. Οι ανησυχίες επικεντρώνονται σε μια σειρά από ζητήματα, όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός (cyberbullying), ο εθιστικός σχεδιασμός των εφαρμογών που κρατά τους χρήστες συνεχώς συνδεδεμένους, αλλά και οι σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών αυτοτραυματισμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς σε ευάλωτους εφήβους.

Στο πλαίσιο αυτό, η επιστημονική έρευνα «Συμπεριφορά Υγείας σε Παιδιά Σχολικής Ηλικίας» (HBSC), η οποία υποστηρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, καταγράφει ότι η προβληματική χρήση των κοινωνικών δικτύων στους εφήβους παρουσιάζει ανοδική τάση. Συγκεκριμένα, το ποσοστό αυξήθηκε από 7% το 2018 σε 11% το 2022, γεγονός που δείχνει ότι όλο και περισσότεροι έφηβοι εμφανίζουν συμπεριφορές εξάρτησης ή δυσκολίας ελέγχου της χρήσης.

Η μελέτη ορίζει ως «προβληματική χρήση» καταστάσεις όπου οι έφηβοι δυσκολεύονται να περιορίσουν τον χρόνο που περνούν στα social media, παραμελούν άλλες σημαντικές δραστηριότητες, όπως το σχολείο, τον ύπνο ή τις κοινωνικές επαφές εκτός διαδικτύου, και εμφανίζουν συγκρούσεις ή αρνητικές συνέπειες στην καθημερινή τους ζωή εξαιτίας της υπερβολικής ενασχόλησης με τις πλατφόρμες.

Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν επίσης ότι η εικόνα διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Υψηλότερα ποσοστά προβληματικής χρήσης καταγράφονται σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Ιρλανδία και η Μάλτα, ενώ χαμηλότερα επίπεδα εμφανίζονται στην Ολλανδία, τη Δανία και την Εσθονία, γεγονός που υποδηλώνει ότι κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες επηρεάζουν σημαντικά τη σχέση των εφήβων με τα social media.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα έφηβα κορίτσια φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τα αγόρια. Σε όλες σχεδόν τις χώρες της μελέτης, καταγράφουν υψηλότερα ποσοστά προβληματικής χρήσης, ενώ αναφέρουν συχνότερα ότι βρίσκονται σε συνεχή online επικοινωνία, ακόμα και 24 ώρες το 24ωρο. Ενδεικτικά, σε ορισμένες χώρες το ποσοστό φτάνει το 28% στα κορίτσια έναντι 18% στα αγόρια, δείχνοντας μια σαφή διαφοροποίηση ανά φύλο.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα κορίτσια φαίνεται να διατηρούν πιο έντονες κοινωνικές σχέσεις μέσω διαδικτύου και ενδέχεται να εκτίθενται περισσότερο σε πιέσεις που σχετίζονται με την εμφάνιση, την κοινωνική αποδοχή και την αυτοεικόνα τους. Παράλληλα, αναφέρεται ότι αντιμετωπίζουν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά διαδικτυακού εκφοβισμού και ψυχολογικής πίεσης σε σχέση με τα αγόρια.

Παρά τη σημαντική πολιτική στήριξη που φαίνεται να συγκεντρώνουν οι προτάσεις για περιορισμό ή απαγόρευση των social media σε ανηλίκους —με δημοσκοπήσεις να δείχνουν ποσοστά αποδοχής που σε αρκετές χώρες ξεπερνούν το 70%— οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα δεδομένα για την πραγματική αποτελεσματικότητα τέτοιων μέτρων παραμένουν περιορισμένα. Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς μακροχρόνιες μελέτες που να επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα για το κατά πόσο οι απαγορεύσεις αυτές βελτιώνουν ουσιαστικά την ψυχική υγεία και την καθημερινότητα των παιδιών.