Αν έχετε παρατηρήσει ότι το δέρμα σας αποκτά μια διαφορετική μυρωδιά μετά από πολλές ώρες στην παραλία, δεν είναι ιδέα σας.

Ο συνδυασμός του ήλιου, του θαλασσινού νερού, του ιδρώτα και των φυσικών ελαίων του σώματος μπορεί να αλλάξει προσωρινά το οσφρητικό μας προφίλ.

Ένας από τους βασικούς παράγοντες είναι η υπεριώδης ακτινοβολία. Η έκθεση στον ήλιο μπορεί να προκαλέσει οξείδωση λιπιδίων που βρίσκονται φυσιολογικά στην επιφάνεια του δέρματος, όπως το σκουαλένιο. Κατά τη διαδικασία αυτή δημιουργούνται νέες χημικές ενώσεις, μεταξύ άλλων αλδεΰδες και κετόνες, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν σε μια πιο «ζεστή», μεταλλική ή ελαφρώς γλυκιά οσμή.

Παράλληλα, αλλάζει προσωρινά και το μικροβίωμα του δέρματος. Το θαλασσινό νερό περιέχει διαφορετικούς μικροοργανισμούς από εκείνους που ζουν συνήθως στην επιδερμίδα μας, ενώ το κολύμπι μπορεί να απομακρύνει μέρος των μικροβίων που βρίσκονται φυσιολογικά στην επιφάνειά της. Οι νέοι μικροοργανισμοί, σε συνδυασμό με το περιβάλλον του δέρματος, μπορούν να επηρεάσουν τις ενώσεις που παράγονται και επομένως τη μυρωδιά.

Στην αίσθηση ότι «μυρίζουμε θάλασσα» συμβάλλουν επίσης ουσίες που υπάρχουν στο θαλάσσιο περιβάλλον. Μεταξύ αυτών είναι το διμεθυλοσουλφίδιο (DMS), μια πτητική ένωση που συνδέεται με τη δραστηριότητα θαλάσσιων οργανισμών, όπως το φυτοπλαγκτόν. Υπολείμματα θαλασσινού νερού και οργανικών ουσιών μπορούν να παραμείνουν προσωρινά στο δέρμα, στις τρίχες και στους πόρους.

Τέλος, ρόλο μπορεί να παίζει και ο συνδυασμός αντηλιακού, ιδρώτα και αλατιού. Η ζέστη και η παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο μεταβάλλουν ορισμένες ενώσεις που βρίσκονται στα καλλυντικά προϊόντα και στα φυσικά εκκρίματα του δέρματος, δημιουργώντας ένα διαφορετικό μείγμα οσμών.

Έτσι, η χαρακτηριστική μυρωδιά που παραμένει πάνω μας μετά από μια ολόκληρη ημέρα στη θάλασσα δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Είναι το αποτέλεσμα μιας προσωρινής «χημείας» ανάμεσα στο δέρμα μας, τον ήλιο, το θαλασσινό νερό και το μικροβιακό περιβάλλον της θάλασσας.