Φόβοι εκτόξευσης των τιμών και οικονομική δυσπραγία

Αναγνωρίζοντας ότι η πλήρης απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο δεν είναι δυνατή χωρίς τη δραστική μείωση του καυσίμου, αφού δεν επαρκούν οι διαθέσιμες παγκοσμίως ποσότητες από άλλες πηγές και LNG να το υποκαταστήσουν έως το 2027, όπως προβλέπει το σχέδιο ταχείας απεξάρτησης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεωρεί προς τα πάνω τους στόχους για τις ΑΠΕ και την εξοικονόμηση ενέργειας και δημιουργεί χώρο για την ταχύτερη είσοδο του πράσινου υδρογόνου και του βιομεθανίου στο ενεργειακό της μείγμα, όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Χρύσας Λιάγγου στην Καθημερινή.

Πολύ συνοπτικά, το REPowerEU που ανακοίνωσε η Ε.Ε. στις 18 Μαΐου, προβλέπει διείσδυση των ΑΠΕ στο 45% από 40% το 2030, με τον υπερδιπλασιασμό έως το 2025 των εγκατεστημένων φωτοβολταϊκών σε σχέση με το 2020, δηλαδή συνολική ισχύς στα 320 GW έως το 2025 και στα 600 MW έως το 2030.

Αυξάνει τους δεσμευτικούς στόχους ενεργειακής εξοικονόμησης στο 13% έως το 2030 από 9% σήμερα, διπλασιάζει τον στόχο παραγωγής πράσινου υδρογόνου από 5 εκατ. τόνους σε 10 εκατ. τόνους έως το 2030 και στοχεύει στην παραγωγή 35 δισ. κ.μ. βιομεθανίου. Οι στόχοι συνοδεύονται από ένα πρόσθετο χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 300 δισ. ευρώ εκ των οποίων μόνο τα 20 δισ. αποτελούν νέο χρήμα που θα προέλθει από το Ταμείο Ρύπων.

Τα υπόλοιπα θα προέλθουν από τα αδιάθετα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης και τη μεταφορά πόρων από άλλα ευρωπαϊκά ταμεία. Το πακέτο συμπληρώνεται από δεσμευτικά μέτρα για την επίτευξη των στόχων, όπως για παράδειγμα η αναγνώριση των ΑΠΕ ως επενδύσεις δημοσίου συμφέροντος και η υποχρεωτικότητα εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σε δημόσιες και ιδιωτικές στέγες από το 2026.

Για την Ελλάδα οι στόχοι αυτοί είναι πέραν κάθε φιλοδοξίας. Ακόμη και η πλευρά της αγοράς των ΑΠΕ που έχει κάθε λόγο να υποστηρίζει το σχέδιο, εκτιμά ότι η Ελλάδα μόνο μέσω ενός οργανωτικού μοντέλου «τύπου Ολυμπιακών Αγώνων» θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σχεδίου.

Η απόσταση που χωρίζει την υφιστάμενη κατάσταση στην εγχώρια αγορά των ΑΠΕ από τους νέους ευρωπαϊκούς στόχους είναι χαώδης. Η χώρα δεν έχει καταφέρει να αξιοποιήσει το υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον που έχει εκφραστεί για χερσαία αιολικά και φωτοβολταϊκά.

Κρατάει δέσμιο το επενδυτικό ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε για έργα αποθήκευσης, «παγώνοντας» αδειοδοτημένα ώριμα έργα από τον περασμένο Αύγουστο μέχρι να ολοκληρωθεί το σχετικό νομοσχέδιο που αναμενόταν για τον Δεκέμβριο του 2021 και ακόμη δεν έχει προχωρήσει. Επιπλέον, στην αναμονή κρατάει και το κατ’ αρχήν ενδιαφέρον για υπεράκτια αιολικά, όπου επίσης το σχετικό νομοσχέδιο γράφεται και ξαναγράφεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΝ.

Το νομοσχέδιο για το υδρογόνο που έχει δρομολογηθεί με τη σύσταση ειδικής επιτροπής στο ΥΠΕΝ εδώ και ένα χρόνο δεν έχει επίσης ολοκληρωθεί, ενώ καμία συζήτηση δεν έχει ανοίξει για θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέψει την εισαγωγή βιομεθανίου στο ενεργειακό μείγμα της χώρας.

Επιτομή αυτής της δυσπραγίας είναι η αδυναμία των ηλεκτρικών δικτύων να «σηκώσουν» την αυξημένη παραγωγή των ΑΠΕ, σε σημείο που ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ να έχουν κηρύξει καθεστώς άτυπης αναστολής νέων έργων.

Εν αναμονή του νομοσχεδίου β΄ φάσης απλοποίησης αδειοδότησης των ΑΠΕ που ρυθμίζει και θέματα διαχείρισης της δυναμικότητας του δικτύου, ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ έχουν «παγώσει» τις διαδικασίες χορήγησης προσφορών όρων σύνδεσης.

Η Ελλάδα συνεχίζει να επεκτείνει τα δίκτυα φυσικού αερίου

Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα βρίσκει την Ελλάδα να υλοποιεί στρατηγικές επέκτασης της χρήσης του φυσικού αερίου και μάλιστα με υψηλές ταχύτητες.

Στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, κόντρα στο ευρωπαϊκό πνεύμα και ενώ το φυσικό αέριο καλύπτει ήδη το 40%-45% του μείγματος, προωθούνται νέα επενδυτικά σχέδια για μεγάλες μονάδες φυσικού αερίου, που σχεδιάστηκαν για να καλύψουν το κενό της λιγνιτικής παραγωγής.

Οι επενδύσεις για την επέκταση των δικτύων φυσικού αερίου σε νέες περιοχές της χώρας συνεχίζονται και μάλιστα επιδοτούμενες από τους παλαιούς καταναλωτές φυσικού αερίου, που με ρυθμιστική απόφαση είδαν τα τέλη χρήσης τους να αυξάνονται για να μειωθεί το κόστος των νέων συνδέσεων.

Ο κλιματικός νόμος δεν προβλέπει κανένα κίνητρο για χρήση αντλιών θερμότητας που προτείνει η Ε.Ε., αλλά αντίθετα παραμένει προσανατολισμένος στη χρήση του φυσικού αερίου για θέρμανση. Δίνει παράταση ζωής στο πετρέλαιο θέρμανσης σε σχέση με το αρχικό σχέδιο, αλλά και των οχημάτων μηχανής εσωτερικής καύσης έναντι της ηλεκτροκίνησης, η ανάπτυξη της οποίας –αν και ξεκίνησε δυναμικά– έχει ανακοπεί λόγω της καθυστέρησης τοποθέτησης ταχυφορτιστών. Εχει ωστόσο συμπεριλάβει ρυθμίσεις για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στέγης σε δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, που καθιστά υποχρεωτική η Ε.Ε. από το 2026 και μετά.

Η οξύμωρη αυτή ελληνική ενεργειακή πραγματικότητα, σε συνδυασμό και με το μείζον πρόβλημα της έλλειψης υποδομών δικτύων για την απορρόφηση της παραγωγής των ΑΠΕ, καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη των νέων στόχων της Ε.Ε., καθώς έρχεται σε ευθεία σύγκρουση και με τον προγραμματισμό μεγάλων επιχειρήσεων του κλάδου.

Είναι ενδεικτικές επ’ αυτού οι αντιδράσεις, που όπως μεταφέρουν αρμόδιοι παράγοντες εκφράστηκαν από την πλευρά του ΔΕΣΦΑ, ο οποίος διαχειρίζεται τα δίκτυα υψηλής πίεσης φυσικού αερίου, στην τελευταία συνεδρίαση της επιτροπής για την αναθεώρηση του εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα, η οποία εάν κινηθεί στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων περιορίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα του ΔΕΣΦΑ και ανατρέπει τα επιχειρηματικά πλάνα των θυγατρικών της ΔΕΠΑ Υποδομών, εταιρεία που μόλις πρόσφατα περιήλθε στον έλεγχο της Italgas.

«Χρειάζεται αλλαγή του δόγματος ενεργειακής πολιτικής και ένας καλά οργανωμένος επανασχεδιασμός για να τρέξουν οι απαραίτητες επενδύσεις και να μπορέσει η χώρα να ανταποκριθεί στους νέους στόχους της Ευρωπαϊκής Ενωσης», τονίζει στην «Κ» παράγων με γνώση των τεκταινομένων στην ενεργειακή αγορά.

Χωρίς θεσμικό πλαίσιο η χώρα για υδρογόνο και βιομεθάνιο

Το υδρογόνο και το βιομεθάνιο μέσω ενός προγράμματος ταχείας ανάπτυξης υποδομών κατέχουν σημαντική θέση στο νέο σχέδιο της Ε.Ε. για την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα της Ρωσίας.

Η Ελλάδα, αν και έχει σχεδιάσει ένα από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά project υδρογόνου, το περίφημο White Dragon, το οποίο διεκδικεί και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση συμμετέχοντας στη λίστα των σημαντικών έργων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος (IPCEI), μαζί με 22 ακόμη μικρότερης εμβέλειας έργα ελληνικού ενδιαφέροντος, δεν διαθέτει θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξή του. Η ειδική επιτροπή που συστάθηκε πριν από έναν χρόνο για την κατάρτιση του θεσμικού πλαισίου έχει ολοκληρώσει το έργο της και έχει υποβάλει τις προτάσεις της στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο όμως δεν έχει προχωρήσει μέχρι στιγμής στην κατάρτισή του.

Το White Dragon αποτελεί ένα καινοτόμο ολοκληρωμένο σχέδιο πράσινου υδρογόνου, που θα αναπτυχθεί στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και θα καλύπτει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας του ανανεώσιμου καυσίμου. Το έργο, συνολικού προϋπολογισμού 8 δισ. ευρώ, συντονίζει η ΔΕΠΑ Εμπορίας και συμμετέχουν σε αυτό οι μεγαλύτεροι ενεργειακοί όμιλοι της χώρας.

Λίγο χειρότερα είναι τα πράγματα με το βιομεθάνιο και την εισαγωγή του στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ευρώπης όπου «τρέχουν» σημαντικά έργα, δεν έχει παρθεί καμιά πρωτοβουλία για θεσμικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα και οι επιχειρήσεις να δυσκολεύονται να πάρουν πρωτοβουλίες, παρότι κάποιες εξ αυτών, έχουν εντάξει στη στρατηγική τους το «πρασίνισμα» των δικτύων τους, με υδρογόνο και βιομεθάνιο.

Η ΔΕΔΑ, θυγατρική της ΔΕΠΑ Υποδομών, είναι η μοναδική εταιρεία στην Ελλάδα που έχει σχεδιάσει δύο πιλοτικά έργα διανομής βιομεθανίου στις Σέρρες και την Ημαθία, που περιλαμβάνουν όλη την αλυσίδα, από την παραγωγή, με την αξιοποίηση αγροτικών και κτηνοτροφικών υπολειμμάτων, την έγχυση, τη διανομή, την πώληση και τη χρήση.

Η εταιρεία έχει έρθει μάλιστα σε συμφωνία με δύο υφιστάμενες μονάδες παραγωγής βιοαερίου, οι οποίες θα συμμετάσχουν στα σχετικά έργα.

Ελλείψει ωστόσο θεσμικού πλαισίου υποχρεώθηκε να ζητήσει από τη ΡΑΕ προσωρινή άδεια για να μπορέσει να προχωρήσει στην υλοποίησή τους. «Χρειάζεται ένα ειδικό εθνικό πρόγραμμα βιομεθανίου και ανακατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης για τη χρηματοδότησή του για να επιτευχθούν οι ευρωπαϊκοί στόχοι και να αξιοποιήσει η χώρα το ανανεώσιμο καύσιμο που έχει το μισό κόστος από αυτό του φυσικού αερίου», τονίζουν στην «Κ» παράγοντες της αγοράς.

Κενά στον ενεργειακό εφοδιασμό «βλέπει» η ευρωπαϊκή βιομηχανία

Σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη ρεαλιστικότητα του ευρωπαϊκού σχεδίου REPowerEU εκφράζει η πλευρά της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Το «διαβάζει» ως «ένα αναγκαίο πολιτικά αφήγημα για την απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο με πολλά κενά ως προς την ασφάλεια εφοδιασμού και της μείωσης του κόστους ενέργειας, που επιχειρεί να καλύψει με την αύξηση των θεωρητικών στόχων», επισημαίνοντας τον καταστροφικό αντίκτυπο που μπορεί να έχει στο ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού και του κόστους ενέργειας.

Ως προς το δεύτερο αυτό ζήτημα που καίει τις επιχειρήσεις, τονίζεται ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει πως η απεξάρτηση από τις ρωσικές εισαγωγές είναι πιθανό να οδηγήσει σε μια περίοδο ενδεχομένως ακόμη πιο έντονων διακυμάνσεων των τιμών ενέργειας.

Επισημαίνεται, επίσης, ότι και οι συστάσεις της Επιτροπής για μικρές αλλαγές στην καθημερινότητα πολιτών και επιχειρήσεων για τον περιορισμό της ενεργειακής κατανάλωσης, επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες της βιομηχανίας για την ασφάλεια εφοδιασμού και το ενδεχόμενο τη λύση να δώσουν οι… περικοπές βιομηχανικών φορτίων, που θα οδηγήσει σε συρρίκνωση του κλάδου.

Πολλά ερωτήματα διατυπώνει η βιομηχανία ως προς τους στόχους της Επιτροπής για τον διπλασιασμό της παραγωγής πράσινου υδρογόνου, στα 10 εκατ. τόνους έως το 2030 από 5 εκατ. καθώς και 10 εκατ. εισαγωγές που θα υποκαταστήσουν το φυσικό αέριο. H Ευρώπη δεν βρίσκεται καν κοντά στην υλοποίηση του στόχου για παραγωγή 5 εκατ. τόνων το 2030 που προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός. Εκπρόσωποι της βιομηχανίας επισημαίνουν ότι η μεγαλύτερη μονάδα πράσινου υδρογόνου της Iberdrola θα αποδίδει περίπου 2.800 τόνους υδρογόνου/έτος, αντίστοιχο ενός φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 100 MW.

Ακόμη και η Κίνα, που είναι σήμερα παγκόσμιος ηγέτης στην παραγωγή πράσινου υδρογόνου, δήλωσε πρόσφατα ότι στοχεύει σε εγχώρια παραγωγή 100-200.000 τόνων/ετησίως έως το 2025. Εξάλλου ανεπαρκές κρίνεται το ποσό των 27 δισ. ευρώ που προβλέπει το σχέδιο της Επιτροπής για τη χρηματοδότηση υποδομών υδρογόνου.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Εντονη είναι και η αμφισβήτηση για τον διπλασιασμό σχεδόν της εγκατεστημένης φωτοβολταϊκής ισχύος, στα 320 GW το 2025 από 136 GW σήμερα. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα το πώς η Ευρώπη θα καταφέρει μέσα στα επόμενα δύο χρόνια και σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον να προσθέσει περισσότερη ηλιακή ενέργεια απ’ ό,τι όλα τα προηγούμενα έτη, τονίζουν.