«Έχουμε ήδη πάρει το φάρμακο», δήλωσε ο Πρόεδρος της Credit Suisse, Axel Lehmann. Την ίδια ημέρα που οι μετοχές της Τράπεζας κατακρημνίστηκαν μονομιάς, χάνοντας το 30% της αξίας τους, καθώς ο κύριος μέτοχος του ελβετικού τραπεζικού γίγαντα, η Εθνική Τράπεζα της Σαουδικής Αραβίας (SNB) απέκλεισε την προσφορά επιπλέον αραβικών κεφαλαίων στήριξης στην Credit Suisse, επικαλούμενος νομικές παραμέτρους που επιβάλλουν πλαφόν της τάξεως του 10% στο ποσοστό συμμετοχής των μεριδίων, το οποίο ήδη έχει αγγίξει η SNB, κατέχοντας το 9.9% της Credit Suisse. Είναι ένα πλαφόν με το οποίο είδαμε να ασχολείται -υπό το κύμα φόβου για κατάρρευση της ελβετικής τράπεζας που δύναται να συμπαρασύρει όλο το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα-σημαντική μερίδα και του εγχώριου τύπου, παρότι αποτελεί μια οικονομοτεχνική λεπτομέρεια. Όταν, μία άλλη ημέρα, όχι Τετάρτη, αλλά μία Πέμπτη του Ιανουαρίου του 2015, ένα άλλο ελβετικό πλαφόν, αυτό που κλείδωνε την ισοτιμία του κατρακυλούντος από την κρίση Ευρώ με το Ελβετικό Φράνκο στο 1,2 καταργείτο εν μία νυκτί, κάνοντας 65.000 Έλληνες δανειολήπτες να βλέπουν τα δάνειά τους που είχαν συναφθεί στο ελβετικό νόμισμα, να εκτοξεύονται κατά 20% μέσα σε μία στιγμή, το ενδιαφέρον του τύπου και της κοινής γνώμης δεν υπήρξε ανάλογα μαζικό. Ίσως γιατί σε ελβετικό είχανε δανειστεί «μόνον» 65.000 Έλληνες, δηλαδή μια πόλη σημαντικά μικρότερη -για παράδειγμα- από τα Τρίκαλα, ενώ από μια πιθανή κατάρρευση της Swiss Bank που αποτελεί σημαντικό δανειοδότη των παγκόσμιων αγορών, κινδυνεύουμε όλοι οι Έλληνες και οι Ευρωπαίοι να ξαναζήσουμε τις ημέρες της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Ημέρες που, από ότι φαίνεται, θα τις γλιτώσουμε, τουλάχιστον για την ώρα, καθώς η Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας (SNB), ανακοίνωσε την άμεση ενίσχυση της Credit Swiss με 50 δισεκατομμύρια Ελβετικού Φράνκου. Το κύμα πανικού κατέλαβε για δεύτερη φορά, μέσα στην εβδομάδα που διανύουμε, την παγκόσμια αγορά τραπεζικών μετοχών, ακολουθώντας την κατάρρευση της αμερικανικής Silicon Valley Bank (SVB), μολονότι τα αίτια κατάρρευσης της τελευταίας διαφέρουν από αυτά που οδήγησαν την Credit Suisse σε επικίνδυνους χρηματοπιστωτικούς μετεωρισμούς. Τα προβλήματα της SVB, η οποία χρηματοδοτούσε κυρίως νεοφυείς επιχειρήσεις που επένδυαν στην υψηλή τεχνολογία, έχουν να κάνουν με την αύξηση των επιτοκίων και τη συνακόλουθη μείωση της αξίας των ομολόγων, σε ένα περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού -λόγω ενεργειακής κρίσης- αυξημένου κόστους δανεισμού και μεταπανδημικής επιβράδυνσης της ζήτησης στους τομείς των ηλεκτρονικών συσκευών και των δικτύων οι οποίοι, στους καιρούς της παγκόσμιας καραντίνας, εμφάνισαν ραγδαία ανάπτυξη η οποία είναι εκ των πραγμάτων δύσκολο να διατηρηθεί. Αντίθετα, η Credit Suisse αναγκάστηκε να προσφύγει στην Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας και στις ελβετικές ρυθμιστικές αρχές (FINMA), λόγω μιας σωρείας σκανδάλων ξεπλύματος μαύρου χρήματος -ακόμη και μελών της βουλγαρικής μαφίας, φορολογικών παραβάσεων, εταιρικής κατασκοπίας, επενδυτικής απάτης (όπως για παράδειγμα το σκάνδαλο των λεγόμενων «ομολόγων τόνου» για τα δάνεια της Μοζαμβίκης), εμπλοκής στην κατάρρευση χρηματοοικονομικών σχημάτων όπως η Greensill Capital και η Archegos Capital και εξυπηρέτησης πελατών που ενέχονταν σε περιστατικά βασανισμού, διακίνησης ναρκωτικών και διαφθοράς. Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί του χρηματοπιστωτικού συστήματος μας καθησυχάζουν, υπογραμμίζοντας πως «είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι τιμές των μετοχών αντικατοπτρίζουν περισσότερο το συναίσθημα των επενδυτών, παρά την αληθινή ισχύ των ισολογισμών». Τα έχουμε ξαναζήσει αυτά. Τώρα, όμως, καταλαβαίνουμε πως είτε δανειστήκαμε σε ευρώ είτε σε ελβετικό φράνκο, είμαστε όλοι στο ίδιο τρένο. Πράγματι, «Έχουμε ήδη πάρει το φάρμακο»… Για αυτό, τον Ιανουάριο του 2015, ένας Ψυχίατρος έγραφε…. Το δάνειο σε ελβετικό