
Τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Αγγλογάλλοι χρησιμοποίησαν χημικά όπλα όποτε έκριναν ότι μπορούσαν να έχουν κάποιο όφελος σε τακτικό επίπεδο και φυσικά από την στιγμή που ήταν έτοιμοι για να κάνουν κάτι τέτοιο συγκεντρωτικά, ώστε να έχουν και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Σε τακτικό επίπεδο, στρατιωτικοί και ιστορικοί εκτιμούν ως «αμφίβολα» τα όποια αποτελέσματα προήλθαν από τη χρήση των χημικών όπλων.
Τα πολύ σημαντικά αποτελέσματα από τα χημικά όπλα ήταν κυρίως σε ψυχολογικό επίπεδο, τόσο μεταξύ των αντιπάλων αυτών καθ’ εαυτών, όσο και στα μετόπισθεν, μεταξύ των αμάχων, που έβλεπαν τους τραυματίες από τα χημικά, συγγενείς τους ή όχι, να βασανίζονται και πολλοί από αυτούς να πεθαίνουν από αυτήν την αιτία.
Αναφορικά με το ποιoς άρχισε πρώτος να χρησιμοποιεί τα χημικά όπλα, οι Γερμανοί κατηγορούν τους Γάλλους και αντίστροφα. 
Μετά το τέλος του πολέμου, ο πατέρας του γερμανικού πολεμικού δόγματος χημικού πολέμου, ο δόκτωρ Φριτς Χάμπερ, υποστήριξε ότι είχε ακούσει αναφορές για τη χρήση οβίδων πυροβολικού με χημικά αέρια από πλευράς Βρετανών και Γάλλων ήδη από το 1914.
Οι Γάλλοι την εποχή αυτή χρησιμοποιούσαν ένα εκρηκτικό γέμισμα με την ονομασία Τουρπενίτη (Turpenite), που προκαλούσε μία περίεργη μυρωδιά, την οποία οι Γερμανοί στρατιώτες από λάθος θεωρούσαν ως δηλητηριώδες αέριο.
Στις αρχές του 1915, ο ίδιος ο Χάμπερ επισκέφτηκε το μέτωπο, προκειμένου να διαπιστώσει ο ίδιος τι ακριβώς συμβαίνει και αν υφίσταται παράνομη χρήση χημικών αερίων, με τη μορφή οβίδων πυροβολικού, από τους Βρετανούς. Δεν υπήρξε όμως κάποιο αποτέλεσμα.
Είναι πάντως γεγονός ότι επιστήμονες και των δύο πλευρών πραγματοποιούσαν εκτενή πειράματα τόσο πριν όσο και στη διάρκεια του πολέμου.
Στην εποχή μας, είναι πλέον αναμφίβολο ότι οι πρώτοι που ξεκίνησαν τη μαζική χρησιμοποίηση χημικών όπλων ήταν οι Γερμανοί.
Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τους Γερμανούς να χρησιμοποιήσουν αυτά τα απαγορευμένα όπλα;
Ήταν μήπως τόσο «ανόητοι» ή «αφελείς»;
Οι συμβάσεις της Χάγης αποτελούσαν το πιο σημαντικό διπλωματικό εμπόδιο για την απαγόρευση χρησιμοποίησης των χημικών όπλων από όλους τους εμπλεκόμενους.
Οι δύο αυτές συμβάσεις, του 1899 και του 1907, που μεταξύ των άλλων χωρών είχαν υπογραφεί και από τη Γερμανία, αποτελούσαν (τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο) το εμπόδιο για τη χρήση των χημικών αερίων. 
Στην πρώτη από αυτές, απαγορευόταν «η χρήση όλων των πυρομαχικών, μοναδικό αντικείμενο των οποίων είναι η μείωση του οξυγόνου ή η πρόκληση αερίων», ενώ στην αντίστοιχη δεύτερη σύμβαση προστέθηκε και η φράση «δηλητήρια ή δηλητηριασμένα όπλα» (“poison or poisoned weapons”), καθώς επίσης και όπλα που προκαλούσαν «αδικαιολόγητο πόνο».
Και μολονότι από τεχνικής πλευράς τα νέφη των αερίων δεν συνιστούσαν παραβίαση των όρων των συνθηκών, εντούτοις παραβίαζαν το πνεύμα αυτών, που απαγόρευε πλήρως τον πόλεμο αερίων και κατ’ επέκταση τον χημικό πόλεμο.
Όπως ήταν φυσικό, οι Γερμανοί ήταν προβληματισμένοι με τον τρόπο που θα προστάτευαν τις δυνάμεις τους κατά την περίπτωση που θα εξαπέλυαν επίθεση με αέρια. Η ανώτατη γερμανική στρατιωτική ηγεσία ήταν ιδιαίτερα προβληματισμένη με αυτούς τους «νεωτερισμούς».
Ο Στρατάρχης Φαλκενχάιν ήταν όμως πεπεισμένος πως ο πόλεμος θα διαρκέσει πολύ χρόνο και θα χαθεί τελικά για τους Γερμανούς, χωρίς μία δραστική διάρρηξη του μετώπου στη Δύση. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει με κανέναν άλλο τρόπο, παρά μόνο με τη χρήση νέων και διαφορετικών μεθόδων.
Επίσης, οι Γερμανοί ήταν σίγουροι ότι οι Σύμμαχοι θα ανταπέδιδαν με τον ίδιο τρόπο, όχι μόνο γιατί ήταν σε θέση να γνωρίζουν πως οι Σύμμαχοι είχαν τα σχετικά μέσα και την τεχνογνωσία, αλλά και γιατί στο Δυτικό Μέτωπο οι συνήθεις άνεμοι που επικρατούσαν ήταν οι δυτικοί, ερχόμενοι από τον Ατλαντικό, και «έσπρωχναν» το δηλητηριώδες σύννεφο προς τα ανατολικά, δηλαδή προς τις γερμανικές θέσεις.
Στις 27 Οκτωβρίου 1914, οι Γερμανοί επιστήμονες του Δόκτορα Χάμπερ στη Νεβ Σαπέλ, χρησιμοποίησαν αρκετές εκατοντάδες συνήθη βλήματα πυροβολικού των 105 χλστ. ως φορείς δακρυγόνων αερίων (Κακοδυλοχλωρίδιο ή τετραμεθυλοδιαρσίνη/Cacodyl Chloride).
Τα αποτελέσματα από αυτήν την πρώτη επιχειρησιακή δοκιμή χρησιμοποίησης χημικών αερίων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μάλλον απογοητευτικά για τους Γερμανούς, καθώς οι Γάλλοι ούτε που αντελήφθησαν τι είχε συμβεί και πολύ περισσότερο δεν είχε σημειωθεί κάποιος τραυματισμός ή απώλεια, ή έστω απλή αναφορά του συμβάντος.
Πάντως, η από γερμανικής πλευράς ανάπτυξη του χημικού οπλοστασίου δεν ήταν χωρίς προβλήματα.
Στις 27 Οκτωβρίου 1914, στη διάρκεια πειραμάτων στο Ντάλεμ, σημειώθηκε ισχυρότατη έκρηξη με αποτέλεσμα το θάνατο του δρ. Ότο Σάκουρ, ενός από τους επιστήμονες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα και ο οποίος ήταν από τους βοηθούς του δρ. Χάμπερ.
Ο τελευταίος αντιμετώπιζε και μία απρόσμενη, «εσωτερική» πολεμική στην ανάπτυξη των χημικών όπλων, στη χρησιμότητα των οποίων πίστευε ακράδαντα.
Η σύζυγος του Χάμπερ, διαπρεπής επιστήμων και η ίδια, προσπαθούσε απεγνωσμένα να πείσει τον σύζυγό της να εγκαταλείψει τα σχέδιά του για την ανάπτυξη και χρήση των χημικών όπλων, χωρίς όμως αποτέλεσμα. 
Τις παραμονές της αναχώρησης του συζύγου της για το Ανατολικό Μέτωπο, όπου είχε σχεδιαστεί μία δοκιμαστική χρησιμοποίηση των χημικών αερίων, η σύζυγος του Χάμπερ αυτοκτόνησε, διαμαρτυρόμενη για την απόφασή του αυτή!
Στις 31 Ιανουαρίου 1915, οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν δοκιμαστικά χημικά αέρια στον τομέα του Μπολιμόφ.
Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποίησαν οβίδες πυροβολικού με βενζιλοβρωμίδιο (Benzyl Bromide), το οποίο δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα είδος δακρυγόνου που είχε αναπτυχθεί από τον χημικό Χανς Τάππαν, αλλά που στο εξαιρετικά δριμύ ψύχος του ρωσικού χειμώνα, το αέριο που ήταν σε υγρή μορφή δεν μπορούσε να αεριοποιηθεί και να είναι αποτελεσματικό.
Έτσι οι αντίπαλοι των Γερμανών, τόσο οι Ρώσοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, όσο και οι Δυτικοί στη συνέχεια, δεν είχαν λάβει καμία προειδοποίηση για τις γερμανικές προθέσεις.
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, αλλά και του γεγονότος ότι δεν υπήρχε επάρκεια των κατάλληλων οβίδων πυροβολικού, ήταν να αναγκαστεί ο Χάμπερ να προτείνει την άφεση χλωρίνης σε μορφή νεφών αερίου και όχι όπως τότε με οβίδες.
Για τον σκοπό αυτό, οι Γερμανοί πραγματοποίησαν μία σειρά πειραμάτων στο Χάσελτ, στις 2 Απριλίου 1915, όπου δοκιμάστηκε η διασπορά του αερίου της χλωρίνης από ένα άλογο που εκινείτο κόντρα στον αέρα.
Μαζί με τον δρα Χάμπερ ήταν και ο Ταγματάρχης Μαξ Μπάουερ, ένας πεπειραμένος επιτελικός αξιωματικός επικεφαλής του τεχνικού τμήματος του Γενικού Επιτελείου. Η δοκιμή αυτή αποδείχτηκε εξαιρετικά επιτυχής.
Επόμενο βήμα ήταν η συγκρότηση μιας ειδικής μονάδας χημικού πολέμου, όπερ και εγένετο, με αποτέλεσμα να προκύψει το 35ο Σύνταγμα Σκαπανέων (35th Pioneer Regiment) με διοικητή τον Ταγματάρχη φον Τσίγκλερ.
Σε αυτό είχαν ενταχθεί και μερικοί από τους πιο διαπρεπείς χημικούς επιστήμονες της Γερμανίας, όπως οι δόκτορες Ότο Χαν, Βίλεμ Βεστφάλ, Έρβιν Μάντελουνγκ, Τζέιμς Φρανκ και Γκούσταβ Χαρτζ, οι δύο τελευταίοι αργότερα νικητές του βραβείου Νομπέλ Χημείας, μαζί με τον ίδιο τον Χάμπερ.
Ο τελευταίος έλαβε τελικά, όχι με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, την άδεια από το Γενικό Επιτελείο για να εκτοξεύσει μία οργανωμένη επίθεση χημικών αερίων και στο Δυτικό Μέτωπο, την πρώτη που αναλάμβανε να φέρει σε πέρας το 35ο Σύνταγμα Σκαπανέων. 
Οι άνδρες της συγκεκριμένης μονάδας έλαβαν μόνο στοιχειώδη προστατευτικά μέτρα (βαμβακερές χειρουργικές μάσκες εμποτισμένες με διάλυμα σόδας και διανθρακούχας ποτάσας), χωρίς όμως παράλληλα να έχουν ληφθεί αντίστοιχα στοιχειώδη μέτρα και για τους ταλαίπωρους πεζικάριους των διπλανών μονάδων του γερμανικού Στρατού.
Η πρώτη μάχη του Υπρ
Ο Μονάδα του δρος Χάμπερ, μεταφέρθηκε στις 11 Απριλίου 1915 στο Δυτικό Μέτωπο και εγκαταστάθηκε στο Λάνγκεμαρκ, στην περιοχή του Υπρ, στο Βέλγιο, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία.
Εκεί, οι άνδρες της μονάδας έσκαψαν χαρακώματα, τοποθέτησαν το υλικό τους και ανέμεναν ευνοϊκό άνεμο, προκειμένου να εξαπολύσουν την επίθεσή τους με χημικά αέρια.
Αυτή η «κατάλληλη στιγμή» δεν ήλθε παρά 11 μέρες αργότερα, διάστημα αρκετό για τους Βρετανούς και τις υπηρεσίες πληροφοριών τους για να λάβουν τις απαραίτητες «ενδείξεις» ότι «κάτι συμβαίνει» στις γερμανικές γραμμές, χωρίς όμως ποτέ οι πληροφορίες αυτές να μετουσιωθούν στη λήψη των κατάλληλων μέτρων, φθάνοντας μέχρι τους Βρετανούς στρατιώτες στα χαρακώματα.
Οι πληροφορίες αυτές προήρχοντο από αιχμάλωτους Γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι πληροφόρησαν τους Βρετανούς για μερικούς «περίεργους μεταλλικούς κυλίνδρους» και σωληνώσεις, που είχαν εμφανιστεί στον τομέα τους, χωρίς να γνωρίζουν όμως ακριβώς περί τίνος επρόκειτο.
Η στιγμή αυτή έφτασε στις 22 Απριλίου 1915, στις 17.30 το απόγευμα.
Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν εκτοξεύσει την επίθεσή τους στο μέτωπο, προκειμένου να το διασπάσουν, διαρρηγνύοντας τη συμμαχική παράταξη.
Το Αυτοκρατορικό Γενικό Επιτελείο είχε αποφασίσει, έστω και με βαριά καρδιά, τη χρησιμοποίηση χημικών αερίων, προκειμένου να πετύχει τον προαναφερθέντα αντικειμενικό σκοπό.
Οι άνδρες του 35ου Συντάγματος Σκαπανέων περίμεναν στα χαρακώματά τους ολόκληρη την ημέρα της 22ας Απριλίου, αναμένοντας τον ευνοϊκό άνεμο που η Μετεωρολογική Υπηρεσία προέβλεπε με τα μέτρα και τα μέσα της εποχής που είχε στη διάθεσή της.
Στις 17.30, το προσωπικό του Συντάγματος, με επικεφαλής του επιστήμονές του, άρχισε να ανοίγει σιγά σιγά τις βαλβίδες των χιλιάδων μεταλλικών κυλίνδρων αερίου χλωρίνης, που είχαν στη διάθεσή τους για την επίθεση.
Ένας ελαφρύς ανατολικός άνεμος, κατηύθυνε τα αραιά σύννεφα του χημικού αερίου προς τα δυτικά.
Μία νέα εποχή στην ιστορία των πολεμικών συγκρούσεων είχε αρχίσει. 
Έχει όμως αξία να σταθούμε λίγο περισσότερο στο θέμα της ώρας, που ξεκίνησε η πρώτη επίθεση με χημικά αέρια, μολονότι θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι αυτό ήταν προϊόν ευνοϊκών συγκυριών, παρά προμελετημένη ενέργεια.
Τη συγκεκριμένη εποχή του χρόνου (22 Απριλίου), στη συγκεκριμένη περιοχή της Ευρώπης (Υπρ) και τη συγκεκριμένη ώρα (17.30), ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει.
Το γεγονός αυτό, δηλαδή της βαθμιαίας εξασθένησης του ηλιακού φωτός και η επερχόμενη έλευση του λυκόφωτος και εν συνεχεία της νύκτας, παρουσίαζε μερικά σημαντικά πλεονεκτήματα για τις επιτιθέμενες γερμανικές δυνάμεις.
• Οι στρατιώτες των Συμμάχων, Βρετανοί και Γάλλοι, θα εδυσκολεύοντο σημαντικά να αντιληφθούν οπτικά το πρασινοκίτρινου χρώματος σύννεφο του χημικού αερίου, που από τις γερμανικές θέσεις θα κατευθυνόταν προς τις δικές τους. Όταν πλέον θα μπορούσαν να το αντιληφθούν, θα ήταν πολύ αργά. Επομένως, με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιούντο τα όποια περιθώρια, δυνατότητες και μέσα αντίδρασης είχαν οι Βρετανοί στη διάθεσή τους.
• Ο αιφνιδιασμός και το επερχόμενο σκότος θα είχαν ως αποτέλεσμα την επίταση της σύγχυσης στις γραμμές των Συμμάχων, από το νέο είδος επίθεσης που θα αντιμετώπιζαν, ενώ θα μεγάλωνε και ο πανικός μεταξύ των στρατιωτών του μετώπου που θα έβλεπαν ο ένας τον άλλον να πέφτουν κάτω, χωρίς να γνωρίζουν επακριβώς τον λόγο.
• Η μεταφορά των τραυματιών από τα χαρακώματα στα μετόπισθεν για την αντιμετώπιση των τραυμάτων τους, στη διάρκεια της νύκτας, θα δυσκόλευε τρομερά, με αποτέλεσμα την αύξηση των απωλειών αυτών καθαυτών, επιτείνοντας τον ψυχολογικό αντίκτυπο της επίθεσης.
Και πραγματικά έτσι ακριβώς έγινε. Ακριβώς απέναντι από τις θέσεις του 35ου Συντάγματος Σκαπανέων ευρίσκοντο γαλλικά αποικιακά στρατεύματα και πιο συγκεκριμένα η αλγερινή 45η Μεραρχία Πεζικού.
Όπως σε όλες τις γαλλικές μεραρχίες τις προερχόμενες από τις αποικίες, η συντριπτική πλειοψηφία των στρατιωτών προερχόταν από τους κατά τόπους (έγχρωμους) γηγενείς.
Τα στρατεύματα αυτά είχαν Γάλλους αξιωματικούς και συνήθως ανώτερους υπαξιωματικούς, ενώ από τις τάξεις τους προήρχοντο όλοι οι κατώτεροι υπαξιωματικοί, οι καλύτεροι από τους οποίους μετά από πολλά και ευδόκιμα χρόνια υπηρεσίας, έφταναν στους βαθμούς των ανωτέρων υπαξιωματικών.
Με τα γενικά στάνταρ της εποχής και στο πλαίσιο του γαλλικού Στρατού, τα αποικιακά στρατεύματα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, εθεωρούντο απλά και μόνο στρατεύματα για να «γεμίζουν» τα διάκενα του μετώπου, να αναλαμβάνουν τις «βρώμικες» δουλειές και γενικά να μειώνουν κατά το δυνατόν το ποσοστό των απωλειών των «καθαρών» γαλλικών μεραρχιών, σύμφωνα με την τότε επικρατούσα αντίληψη του γαλλικού Γενικού Επιτελείου περί πολεμικών επιχειρήσεων.
Μόλις τα σύννεφα του χημικού αερίου έφτασαν, βοηθούντος και του ανέμου πάνω από τα συμμαχικά χαρακώματα, οι Αλγερινοί στρατιώτες κυριεύτηκαν από πανικό, ο οποίος μεταφέρθηκε πάραυτα και στα στρατεύματα της γειτονικής βρετανικής 87ης Μεραρχίας. 
Κοινό χαρακτηριστικό όλων ότι δεν διέθεταν αντιασφυξιογόνες προσωπίδες! Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν ότι οι άνδρες έπεφταν κάτω κατά δεκάδες, χωρίς κανένας να ξέρει περί τίνος επρόκειτο και να μπορεί να προσφέρει βοήθεια, γιατί την αμέσως επόμενη στιγμή και αυτός προσετίθετο στον αριθμό των θυμάτων.
Το χάος που συντελέστηκε, από καθαρά τακτικής πλευράς, διέσωσε η γειτονική καναδική μεραρχία, το προσωπικό της οποίας με συντονισμένες ενέργειες φρόντισε και έκλεισε το δημιουργηθέν ρήγμα, ενώ παράλληλα δεν ακολούθησε τους συναδέλφους τους της αλγερινής και της βρετανικής μεραρχίας.
Στην από Συμμαχικής πλευράς διάσωση του μετώπου στο Υπρ συνετέλεσε όμως τα μέγιστα και ο από πλευράς του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου «αιφνιδιασμός» του, καθώς τεκμαίρεται ότι ούτε και το ίδιο δεν περίμενε ότι η με χημικά αέρια επίθεση στο Υπρ θα είχε τέτοια επίπτωση στα χαρακώματα των Συμμάχων. Αποτέλεσμα ήταν να μην έχουν εκπονηθεί σχέδια για κατάλληλη εκμετάλλευση από γερμανικής πλευράς.
Ο κόσμος συγκλονίστηκε από αυτήν τη βάρβαρη γερμανική επίθεση, που ήταν εκτός των τότε «ιπποτικών» ακόμα εθίμων των πολεμικών συγκρούσεων. Ο Βρετανός διοικητής του Εκστρατευτικού Σώματος Γαλλίας, Σερ Τζων Φρενς, έγραψε: «Υποστηρίζω μετ’ επιτάσεως ότι άμεσα βήματα πρέπει να ληφθούν, ώστε να εφοδιαστούμε με παρόμοια, αλλά πιο αποτελεσματικά, μέσα».
Ο Αρχιστράτηγος, Λόρδος Στρατηγός Κίτσενερ, απαντώντας στον συνάδελφό του και εκφράζοντας όλη την αγανάκτηση των συμπατριωτών του είπε ότι, «προτού πέσουμε στο επίπεδο των άτιμων Γερμανών, θα πρέπει να υποβάλουμε το όλο θέμα προς εξέταση στην κυβέρνηση».
Ένας απλός στρατιώτης του φημισμένου βρετανικού Συντάγματος του Ντόρτσεστερ, συγκεντρώνοντας όλη τη φιλοσοφία των μαχητών του μετώπου, είπε τελείως επιγραμματικά: «Ο καθαρός σκοτωμός του μετώπου είναι τουλάχιστον κατανοητός, αλλά αυτή η δολοφονία με μία σιγανή αγωνία είναι απόλυτα κατακριτέα».

Ως πρώτο μέτρο ο Κίτσενερ αποτάθηκε στην επιστημονική –βρετανική– κοινότητα, ζητώντας από αυτήν αρχικά να αναγνωρίσει το αέριο που χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί και ακολούθως να βοηθήσει τον στρατό να λάβει τα απαραίτητα απαντητικά μέτρα.
Η όλη δουλειά ανατέθηκε σε τρεις κορυφαίους Βρετανούς χημικούς επιστήμονες, τον Τζ. Χάλντεϊν από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τους Χ. Μπέικερ και Τζ. Θορπ από το Αυτοκρατορικό Κολέγιο Επιστημών και Τεχνολογίας του Νοτίου Κένσινγκτον. Ο τελευταίος εθεωρείτο ως ο υπ’ αριθμόν ένα Βρετανός θεωρητικός του επιθετικού χημικού πολέμου, ενώ ο Μπέικερ του αντίστοιχου αμυντικού.
Οι Χάλντεϊν και Μπέικερ μετέβησαν αμέσως στη Γαλλία προκειμένου να προβούν σε μία πρώτη πραγματογνωμοσύνη.
Η απάντηση ήλθε γρήγορα και επ’ αυτού δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία. Η γερμανική επίθεση πραγματοποιήθηκε με αέρια χλωρίνης.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε θεωρητικό/ιδεολογικό επίπεδο, η βρετανική Ακαδημία Επιστημών προσέφερε τις υπηρεσίες της υπέρ της πολεμικής προσπάθειας, καθώς η Βασιλική Κοινότητα Χημικών (Royal Chemist Society) συνέστησε τη «Χημική Επιτροπή Αμύνης» (Chemical Defense Committee), λύνοντας με τον τρόπο αυτό τα χέρια στη βρετανική κυβέρνηση.
Σε πρακτικό επίπεδο, η πρώτη συμβουλή, το πρώτο πρακτικό «μέτρο» αντιμετώπισης των χημικών αερίων που στάλθηκε προς τους στρατιώτες του μετώπου ήταν εξαιρετικά απλή μέχρι και πρωτόγονη: «Σε περίπτωση εκδήλωσης επίθεσης με χημικά αέρια, ουρήστε αμέσως στο μαντήλι σας και βάλτε το κατευθείαν στο πρόσωπό σας». Η τριμελής επιστημονική επιτροπή είχε δώσει μία παρόμοια πρακτική συμβουλή: «Οτιδήποτε πλεκτό, κάλτσες, μάλλινα κασκόλ, τσουβάλια κλπ. να εμποτιστούν με ούρα, όχι όμως τόσα πολλά ώστε να μπορούν να αναπνέουν και να προσαρμοστούν στο πρόσωπο, πολύ σφικτά, στη μύτη και στο στόμα». 
Ταυτόχρονα ο Κίτσενερ, χρησιμοποιώντας τον βρετανικό Τύπο, μέσω του οποίου απηύθηνε σχετική έκκληση, ζητούσε εναγωνίως να χορηγηθούν προστατευτικά μέσα αμέσως για τους στρατιώτες του μετώπου.
Η απάντηση από πλευράς Βρετανών υπήρξε άμεση και σε μεγάλες ποσότητες.
Στις 28 Απριλίου 1915, με τη μέριμνα της ημερήσιας εφημερίδας «Ντέιλι Μέιλ», συγκεντρώθηκαν 30.000 βαμβακερά κασκόλ εντός 36 ωρών και εντός ελαχίστων ημερών, με τη βοήθεια του βρετανικού Ερυθρού Σταυρού και του Βασιλικού Σώματος Υγειονομικού, μοίρασαν αυτές τις χειροποίητες αντιασφυξιογόνες μάσκες στα βρετανικά στρατεύματα του Δυτικού Μετώπου.
Όλες αυτές οι πρόχειρες και πρακτικές –φτηνές– κατασκευές απετέλεσαν το πρώτο «αντίδοτο» στη φρίκη του χημικού πολέμου, που εγκαινίαζε μία νέα θλιβερή εποχή στην ιστορία των πολεμικών συγκρούσεων.
Tο pronews.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το pronews.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.
Δικαίωμα συμμετοχής στη συζήτηση έχουν μόνο όσοι έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία disqus. Εάν δεν έχετε ήδη επιβεβαιώσει το email σας, μπορείτε να ζητήσετε να σας αποσταλεί νέο email επιβεβαίωσης από το disqus.com
Όποιος χρήστης της πλατφόρμας του disqus.com ενδιαφέρεται να αναλάβει διαχείριση (moderating) των σχολίων στα άρθρα του pronews.gr σε εθελοντική βάση, μπορεί να στείλει τα στοιχεία του και στοιχεία επικοινωνίας στο info3@pronews.gr και θα εξεταστεί άμεσα η υποψηφιότητά του.