Ένα τοπίο που θα σε «μαγέψει»

Ξεκινώντας από την Κάρυστο και αφήνοντας πίσω τον Πλατανιστό –το πρώτο χωριό του Κάβο Ντόρο– θα αισθανθείτε πως κάνετε ένα ταξίδι μέσα στο ταξίδι, με προορισμό έναν κόσμο διαφορετικό.

Η δροσιά, τα τρεχούμενα νερά και οι ευκολοπρόσιτες παραλίες μένουν πίσω σας. Από εδώ και πέρα ο δρόμος συνεχίζει με στροφές, ανηφοριές και κατηφοριές, κατευθυνόμενος προς τα απομονωμένα (ή και εγκαταλελειμμένα, πλέον) χωριά της περιοχής.

Σκαρφαλωμένα κλιμακωτά στις απολήξεις του όρους Όχη, καθώς πέφτει στο Αιγαίο, τα χωριά αυτά συγκροτούν ένα οικιστικό σύνολο αξεχώριστα συνδεδεμένο με το γύρω βραχώδες και ανεμοδαρμένο τοπίο, αλλά και με τη συγκλονιστική θέα που απολαμβάνει στο γαλάζιο του Αιγαίου.

Φυσικά, ολόκληρη η περιοχή παίρνει το όνομά της από το ακρωτήρι του Κάβο Ντόρο (ή του Καφηρέα, όπως λέγεται επισήμως). Βρίσκεται στη νοτιότατη άκρη της Εύβοιας, απέναντι από την Άνδρο, έχοντας απέναντί του τη βραχονησίδα Αράπης, με τον φάρο –στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν πρόκειται για φάρο, αλλά για ένα μεγάλο φανάρι.

Και μόνο το όνομα Αράπης, εντωμεταξύ, που στα λαϊκά παραμύθια σημαίνεται ως κακοποιό ον (οπότε η παρουσία του έχει πάντα απειλητικό χαρακτήρα), δείχνει ποια αίσθηση γεννούσε στους ανθρώπους η τοποθεσία.

Το «τρίγωνο» ανάμεσα στον φάρο του Αράπη, τον φάρο της Φάσσας (στην Άνδρο) και τον φάρο στο νησάκι Μαντήλι –στην άκρη της μίας «δαγκάνας» του κόλπου της Καρύστου, απέναντι από το ακρωτήρι Κάβο Μαντέλου– οριοθετεί το σχεδόν πάντα οργισμένο στενό του Κάβο Ντόρο.

Πράγματι, είναι πολύ στενή η γειτονιά ανάμεσα στις ορεινές πλαγιές της Εύβοιας και της Άνδρου, καθώς κατεβαίνουν προς τη θάλασσα. Θα έλεγες δηλαδή ότι «στριμώχνουν» τον αέρα ανάμεσά τους, κάνοντάς τον να πνέει όλο και πιο δυνατά, ώστε να ξεφύγει από τους περιορισμούς που του επιβάλλονται. Πίσω στα χωριά, όμως.

Οδηγώντας σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο θα συναντήσετε τον Αντιά και κατόπιν τα χωριά Κόμητο, Ευαγγελισμός, Καψούρι, Δρυμονάρι, Σιμικούκι, Θύμι, Ζαχαριά. Εδώ τελειώνει η άσφαλτος κι αρχίζουν οι χωματόδρομοι που οδηγούν σε Βρέστυδες, Πρινιά, Αμυγδαλιά και Σχίζαλη.

Αν ανήκετε στους πιο περιπετειώδεις τύπους, από το Θύμι θα πάρετε το μονοπάτι που ύστερα από 1 ώρα οδηγεί στη μοναχική, ονειρεμένη παραλία Αρχάμπολη, όπου καταλήγει και το ομώνυμο φαράγγι. Εδώ θα είστε μόνοι ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο, ίσως μαζί με λίγους κατασκηνωτές. Αν θέλετε όμως να φτάσετε με πιο εύκολο τρόπο, θα έρθετε με καϊκάκι από το Μαρμάρι.

Θα σταματήσετε οπωσδήποτε στο χωριό Αντιάς, όπου ελάχιστοι άνθρωποι μιλούν ακόμα τη λεγόμενη «Σφυριά»: μια συνθηματική γλώσσα χωρίς λέξεις, βασισμένη σε σφυρίγματα που μοιάζουν με κελάηδισμα πουλιών. Ο Αντιάς έχει 30 κατοίκους, ενώ στο παλιό δημοτικό σχολείο λειτουργεί και Κέντρο Μελέτης & Διάσωσης της σφυριχτής γλώσσας. Οπότε, όποιος θέλει να τη μάθει, μπορεί να έρθει εδώ τον Αύγουστο που γίνονται τα σχετικά μαθήματα.

Αν είστε τυχεροί μπορεί να συναντήσετε την κα. Γεωργία Γιαννακάρη, η οποία ανήκει στoυς τελευταίους γνώστες αυτής της μυστικής γλώσσας. Εμείς τη βρήκαμε να κάθεται δίπλα-δίπλα με τον άντρα της Κυριάκο. «Είμαστε όπως το νέο αντρόγυνο. Σαν νιόνυφοι. Βάζουμε τα μποστανάκια μας, καθόμαστε στη βεραντούλα μας, περνάει ο καιρός». Θα μας πει όμως και κάτι στη μυστική γλώσσα του Αντιά; Ναι: «Καλωσορίσατε στο χωριό μου». Ακούγεται πράγματι σαν κελάηδισμα πουλιού.

Το 2010 δημιουργήθηκε στο χωριό ο Πολιτιστικός Σύλλογος των Απανταχού Αντιωτών από τον απόδημο Παναγιώτη Τζαναβάρη, με κύριο στόχο τη διάσωση και διάδοση της Σφυριάς. Μάλιστα, επειδή κοντεύει να εξαφανιστεί, ο Δήμος Καρύστου έχει καταθέσει αίτηση εκ μέρους της κοινότητας των ομιλούντων, ώστε η γλώσσα να εγγραφεί στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.

Στον Αντιά θα δείτε και το παντοπωλείο-καφενείο της κας. Μαρίας Κεφαλά (22240 25894). Θα πιείτε καφέ και αναψυκτικά, θα φάτε ομελέτες και σαλατούλες με τσίπουρο ούζο και κρασί, θα αγοράσετε παγωτό. Επωφεληθείτε, διότι κάτι άλλο δεν θα βρείτε στη συνέχεια. Γενικά, δηλαδή, δεν θα βρείτε τίποτα τουριστικό στην περιοχή: ούτε καταλύματα, ούτε ταβέρνες.

Η κα. Κεφαλά κρατάει το καφενείο του χωριού όπως το κρατούσε και ο πατέρας της. «Έρχονται οι άνθρωποι για να πάρουν τις συντάξεις, τα γράμματά τους. Τους ειδοποιώ επίσης για τον γιατρό, όποτε έρχεται, ώστε να τους γράψει φάρμακα. Κάποιος πρέπει να το κάνει. Τον χειμώνα είναι λίγο δύσκολα, αλλά έχουμε προσαρμοστεί. Είχα φύγει πριν δύο-τρία χρόνια, όμως επέστρεψα. Αισθάνομαι ήρεμη και ευχαριστημένη εδώ. Έτσι που έχει γίνει η ζωή, παρακαλούμε μόνο να είμαστε καλά».

Στη διαδρομή σας, κατόπιν, θα περάσετε ατελείωτες σειρές από γιγαντιαίες λευκές ανεμογεννήτριες –αν φυσάει, ο ήχος τους σκίζει τον ουρανό. Κοπάδια από κατσίκια με τα σκυλιά που τα φυλάνε διασχίζουν εντωμεταξύ τον δρόμο, κατρακυλώντας από τις πλαγιές. Ακούς τα κουδούνια τους πριν τα δεις. Πάνω από το κεφάλι σας, πάλι, εποπτεύουν θαλασσοπούλια. Η απέραντη γαλανή θέα του Αιγαίου σας κυκλώνει αγέρωχα από παντού.

Οι βράχοι του βουνού φτιάχνουν περίεργα γλυπτά, με φόντο τον ουρανό. Ξαφνικά, επίσης, θα δείτε την πορεία σας να γλυκαίνει χάρη σε πλατανιές και σε νερά τρεχούμενα. Κοιτάζοντας προς τα κάτω, βραχώδεις, απόκρημνες πλαγιές βυθίζονται στη θάλασσα. Κάπου-κάπου, στο μεταξύ, το τοπίο εμπλουτίζεται με σπαρτά κι ανθισμένους θάμνους.

Στον δρόμο επικρατεί ησυχία και σιωπή: θα δείτε ελάχιστους ανθρώπους, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού, να κυκλοφορούν με το γαϊδουράκι ή με τα πόδια. Πού και που θα δείτε και αναβαθμίδες, ως υπόμνηση των δημητριακών που καλλιεργούνταν παλιά –σήμερα οι κάτοικοι φεύγουν. Ανάμεσα στα χωριά Καψούρι και Θύμι βλέπουμε μια γυναίκα να τραβάει αποφασιστικά την πορεία της. «Το λεωφορείο από την Κάρυστο περνάει κάθε Δευτέρα», μας λέει.

Στο χωριό Αμυγδαλιά, το οποίο έχει γύρω στους 20 κατοίκους, η 83χρονη Μαρία Χουντάση κάθεται έξω από το άσπρο σπιτάκι της με τα γαλάζια πορτοπαράθυρα. Θυμόμαστε ότι παλιά είχε εδώ ένα καφενείο. Δεν υπάρχει πια μας λέει, έχει κλείσει. Οπότε μας καλεί μέσα για καφέ. Το εσωτερικό του σπιτιού της, μια αποκάλυψη: πολύχρωμo, μαξιμαλιστικό, ένα Ναΐφ όνειρο του interior design, σε πλήρη αντίστιξη με το λιτό, σχεδόν κυκλαδίτικο εξωτερικό. Το δε παράθυρο της κουζίνας, ένα εκτυφλωτικό κάδρο στο απέραντο Αιγαίο.

Η κα. Χουντάση μένει μόνη. «Μου αρέσει εδώ το καλοκαίρι», μας λέει, «βλέπω τη θάλασσα, βάζω μπαξέ. Τον χειμώνα πηγαίνω στα παιδιά μου, στην Αθήνα». Οδηγώντας κατόπιν από το χωριό προς τη θάλασσα –σε χωματόδρομο με στροφιλίκια– θα φτάσετε στην παραλία Αμυγδαλιά. Μια πλατιά, λευκή αμμουδιά με κρυστάλλινα νερά, έναν μικρό μόλο για βάρκες και λίγο πράσινο στο πίσω μέρος. Οι βράχοι έχουν λαξευτεί από την αιολική διάβρωση, συνεισφέροντας σε ένα υπέροχα μοναχικό τοπίο.

Στο φοβερό ακρωτήρι του Κάβο Ντόρο

Από την Αμυγδαλιά γυρνάτε έπειτα στον κεντρικό δρόμο και πηγαίνετε στην Πρινιά. Από εδώ ξεκινάει ένας απολύτως στενός, κατηφορικός, στριφογυριστός χωματόδρομος, γεμάτος χαλίκια και πέτρες, ο οποίος θα σας φέρει στο ακρωτήρι του Κάβο Ντόρο. Αλλά χωρίς όχημα 4×4 ή μηχανή, μην το επιχειρήσετε.

Στο τέλος της πορείας, πάντως, θα κάνεις ανασκαφές στην ψυχή σου, αφού το μόνο κτήριο που υπάρχει εδώ είναι το εκκλησάκι του Αϊ-Γρηγόρη. Μέσα στη θάλασσα, σε απόσταση γύρω στα 800 μέτρα, βρίσκεται η προαναφερόμενη βραχονησίδα Αράπης με τον φάρο, που τοποθετήθηκε εκεί το 1925.

Στο ερώτημα «γιατί το λένε έτσι», σίγουρη απάντηση δεν υπάρχει. Κάποιοι ντόπιοι λένε πως το όνομά του έρχεται από τον ντόρο, τον θόρυβο δηλαδή που κάνει ο άνεμος ο οποίος λυσσοκοπάει εδώ τις περισσότερες μέρες του χρόνου. Η κυρίαρχη άποψη, όμως, είναι πως η ονομασία έρχεται από τα ιταλικά και σημαίνει χρυσό ακρωτήρι (από τα χρυσά νομίσματα των ναυαγισμένων πλοίων που είναι σκορπισμένα στον βυθό). Μία άλλη πολύ παραστατική ονομασία, η οποία προέρχεται από την ίδια βάση μα διαθέτει στοιχεία θρίλερ, είναι το μεσαιωνικό «Ξυλοφάγος», λόγω των πλοίων που τσάκιζε, σκορπίζοντας τα ξύλα τους στη θάλασσα.

Όπως και νά ’χει, δεν υπάρχει κανείς που να έχει περάσει από τα στενά ανάμεσα στον Καφηρέα και στην Άνδρο, πηγαίνοντας στις χαμογελαστές Κυκλάδες, ο οποίος να μην αισθάνθηκε την ανταριασμένη ανάσα του. Δεν είναι μόνο αυτά που φαίνονται, άλλωστε, μα κι αυτά που δεν φαίνονται.

Κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, δηλαδή (φουρτουνιασμένη ή ήρεμη δεν έχει σημασία), υπάρχει ρήγμα και δύο τεράστιες «λεκάνες» με βάθος 540 μέτρων, οι οποίες χωρίζονται από ύψωμα 250 μέτρων. Επίσης υπάρχουν ισχυρά ρεύματα –και ποιος ξέρει τι άλλο. Πάντως ο Κάβο Ντόρος δικαιώνει την τρομερή του φήμη. Έστω κι αν μοιάζει με πανέμορφη λίμνη ή θάλασσα, όταν ο Αίολος είναι στις καλές του.

Αν δεν έχει αέρα το τοπίο σε γοητεύει με τη μοναχικότητά του και τους θρύλους που το περιβάλλουν. Αν φυσάει, όμως, γίνεται απειλητικό: η βουή είναι τρομερή, τα κύματα θεόρατα. Ένα θρίλερ όλο δικό σας, μόλις 2 ώρες από την Αθήνα.

Για να φτάσετε από την Κάρυστο μέχρι εδώ, υπολογίστε ότι θα διανύσετε 60 χιλιόμετρα, βρίσκοντας τον Πλατανιστό στα 20 χιλιόμετρα της διαδρομής. Φροντίστε να έχετε φουλάρει το αυτοκίνητο πριν ξεκινήσετε, διότι βενζινάδικο δεν θα βρείτε. Επιπλέον η σηματοδότηση είναι έως και ανύπαρκτη, οπότε να παρακολουθείτε στενά το GPS. Ένας γενικός κανόνας είναι στις διακλαδώσεις να στρίβετε δεξιά.

Στον ακρωτήρι μπορείτε βέβαια να φτάσετε και από αλλού. Να πάτε δηλαδή στο χωριό Καλλιανού και από εκεί, αντί να οδηγήσετε προς Κάρυστο, να κατευθυνθείτε προς Κάβο Ντόρο. Μέχρι το Αγαθό έχει άσφαλτο. Μετά θα διασχίσετε έναν ιδιαίτερα κακοτράχαλο δρόμο, περίκλειστο συχνά ανάμεσα σε άγονα βουνά, σε σπίτια που γέρνουν ετοιμόρροπα και σε ατελείωτες σειρές με ανεμογεννήτριες. Ο οποίος θα σας φέρει και σε χωριά σαν τα Σώτειρα ή τους Γκιάλπηδες. Μοιάζει σαν ταξίδι στην Άγρια Δύση με προορισμό το Χρυσό Ακρωτήρι, όμως έχει κι αυτό τη χάρη του.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Πηγή: travel.gr