
Από ένα παραδοσιακό τρόφιμο της Ανατολικής Ασίας, το τόφου έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο δημοφιλή φυτικά τρόφιμα παγκοσμίως.
Πλέον βρίσκεται στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στα μενού εστιατορίων και στις κουζίνες ανθρώπων που αναζητούν εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης.
Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι η ουδέτερη γεύση του. Το τόφου λειτουργεί σαν ένας «λευκός καμβάς», καθώς απορροφά εύκολα τα αρώματα και τα καρυκεύματα με τα οποία μαγειρεύεται. Έτσι, μπορεί να γίνει τραγανό στο τηγάνι, να ψηθεί, να μπει σε σούπες ή ακόμη και να χρησιμοποιηθεί σε γλυκές παρασκευές.
Οι ρίζες του τόφου βρίσκονται στην Κίνα, όπου καταναλώνεται εδώ και περισσότερα από 2.000 χρόνια. Η παράδοση συνδέει την εμφάνισή του με την περίοδο της δυναστείας των Χαν, ενώ με το πέρασμα των αιώνων εξαπλώθηκε στην Ιαπωνία, την Κορέα και άλλες χώρες της Ανατολικής Ασίας.
Στη Δύση έγινε ιδιαίτερα γνωστό αρκετά αργότερα, καθώς συνδέθηκε με τη χορτοφαγία και, πιο πρόσφατα, με τη στροφή προς τη φυτική διατροφή.
Πώς παρασκευάζεται
Η διαδικασία ξεκινά από τους σπόρους της σόγιας. Αφού μουλιάσουν, αλέθονται με νερό και το μείγμα θερμαίνεται και φιλτράρεται ώστε να παραχθεί γάλα σόγιας. Στη συνέχεια προστίθεται ένας πηκτικός παράγοντας, όπως χλωριούχο μαγνήσιο ή θειικό ασβέστιο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι σβώλοι της σόγιας. Το υλικό στραγγίζεται, πιέζεται και παίρνει τη χαρακτηριστική μορφή του τόφου.
Δεν υπάρχει μόνο ένα είδος τόφου. Το silken tofu είναι πολύ μαλακό και κρεμώδες και χρησιμοποιείται σε σούπες, σάλτσες και επιδόρπια. Τα firm και extra firm είναι πιο συμπαγή και προσφέρονται για ψήσιμο ή τηγάνισμα.
Υπάρχουν επίσης πιο ιδιαίτερες εκδοχές, όπως το καπνιστό ή το ζυμωμένο τόφου, με πολύ πιο έντονη γεύση και άρωμα.
Γιατί θεωρείται πιο «πράσινη» επιλογή
Η κατανάλωση τόφου συνδέεται και με τη συζήτηση για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της διατροφής. Συγκριτικά με πολλές ζωικές πηγές πρωτεΐνης, η παραγωγή του έχει χαμηλότερες εκπομπές και μικρότερες απαιτήσεις σε γη και πόρους. Μελέτες έχουν καταγράψει σχετικά χαμηλές εκπομπές για την παραγωγή τόφου, αν και το συνολικό αποτύπωμα εξαρτάται και από τον τρόπο παραγωγής, τη συσκευασία και τη μεταφορά.
Παράλληλα, η συζήτηση για τη σόγια χρειάζεται προσοχή: το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής κατευθύνεται σε ζωοτροφές και όχι σε τρόφιμα όπως το τόφου.
Το τόφου αποτελεί πηγή φυτικής πρωτεΐνης και περιέχει επίσης ασβέστιο, ενώ η διατροφική του αξία διαφοροποιείται ανάλογα με τον τύπο και τον τρόπο παραγωγής.
Στην πράξη, το μυστικό για ένα νόστιμο αποτέλεσμα είναι η σωστή προετοιμασία. Το πιο συμπαγές τόφου μπορεί να πιεστεί ώστε να απομακρυνθεί μέρος της υγρασίας και στη συνέχεια να μαριναριστεί με σόγια, τζίντζερ, σησαμέλαιο ή άλλα μυρωδικά. Στο τηγάνι ή στη φριτέζα αέρος μπορεί να αποκτήσει τραγανή υφή, ενώ θρυμματισμένο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική για scrambled eggs ή σε φυτικά burgers.