
Τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας επιχειρεί να αποτυπώσει η τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ).
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι παραμένουν βασικές διαρθρωτικές προκλήσεις, χτυπώντας «καμπανάκια» για τον πληθωρισμό, την παραγωγικότητα και την υψηλή εξάρτηση της οικονομίας από τις εισαγωγές.
Καταρχάς στο σχετικό έγγραφο καταγράφεται ότι η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών διενέξεων στη Μέση Ανατολή επανέφερε την αυξημένη αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κρίσης στην περιοχή και για την ομαλοποίηση των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Όπως σημειώνεται, «ως αποτέλεσμα, η καμπύλη των τιμών ενέργειας παραμένει σημαντικά υψηλότερα από τα προ της σύγκρουσης επίπεδα και η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού έχει ανακοπεί».
Όσον αφορά τους κινδύνους, σημειώνεται ότι «διαρθρωτικές προκλήσεις παραμένουν: το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης δεν έχει κλείσει, η παραγωγικότητα της εργασίας κινείται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών υπενθυμίζει την υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές και εξωτερική χρηματοδότηση και την υστέρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Ο πληθωρισμός εξακολουθεί και βρίσκεται σε αρκετά υψηλότερα επίπεδα έναντι του ευρωπαϊκού, αναδεικνύοντας προβλήματα εγχώριας παραγωγής και ρυθμιστικής λειτουργίας των αγορών.
Τέλος, στην αγορά εργασίας, αν και το ποσοστό ανεργίας έχει υποχωρήσει σε προ κρίσης επίπεδα και υπάρχει σημαντική βελτίωση στον μέσο μισθό, αυτός εξακολουθεί και υστερεί αρκετά έναντι του μέσου ευρωπαϊκού».
Ειδικότερα για τον πληθωρισμό αναφέρεται ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ανήλθε τον Αύγουστο του 2026 στο 3,7%, παραμένοντας υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,2%).
Και υπογραμμίζεται: «Όπως έχουμε επισημάνει και στην Έκθεση του Ιουνίου 2026, η επιμονή αυτής της απόκλισης εξακολουθεί να αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών».
Ακόμα και στην αναφορά του ΓΠΚΒ στις πρόσφατες ανακοινώσεις των οίκων αξιολόγησης για το αξιόχρεο της ελληνικής οικονομίας, τονίζεται ότι «οι αξιολογήσεις επισημαίνουν διαρθρωτικές προκλήσεις –κυρίως την ανάγκη αύξησης του επιπέδου της παραγωγικότητας στην οικονομία, το οποίο συνδέεται και με το διαρθρωτικό έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών».
Τσουκαλάς: Ανησυχία για την ενεργειακή κρίση
Ο επικεφαλής του ΓΠΚΒ, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, κατά την παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης του Γραφείου, επισήμανε μεταξύ άλλων την ανησυχία που προκαλεί διεθνώς στις αγορές η πίεση που προκαλεί η ενεργειακή κρίση στους κρατικούς προϋπολογισμούς, εκφράζοντας επιφυλάξεις για τις συνέπειες που θα είχε στα ομόλογα των κρατών τυχόν ενεργοποίηση μιας ρήτρας διαφυγής σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Η συζήτηση για νέα μέτρα στήριξης γίνεται σε ένα περιβάλλον επίμονων πιέσεων στις τιμές. Ο κ. Τσουκαλάς εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει φέτος πάνω από το 3% -και δύσκολα κάτω από 3,2%- αποφεύγοντας ταυτόχρονα να διατυπώσει οποιαδήποτε πρόβλεψη για το 2027 ως επισφαλή. Όπως επισήμανε, τον Αύγουστο ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,7%, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με την έκθεση, η διατήρηση αυτής της απόκλισης διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Παρά την αβεβαιότητα, το Γραφείο Προϋπολογισμού διατηρεί στο 1,9% τη βασική του εκτίμηση για την ανάπτυξη το 2026, με εύρος πρόβλεψης από 1,7% έως 2%. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά η πορεία των τιμών της ενέργειας και του πληθωρισμού παραμένει καθοριστικός κίνδυνος.
Ανάπτυξη με ενεργειακή αβεβαιότητα
Σύμφωνα με την έκθεση, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, έναντι αύξησης 1,2% στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που παραθέτει το ΓΠΚΒ. Στην επίδοση αυτή συνέβαλαν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,7%, της δημόσιας κατανάλωσης κατά 1% και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,2%. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 6,1%, ενώ αρνητική ήταν η συμβολή της αύξησης των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 3,7%.
Η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών διενέξεων στη Μέση Ανατολή έχει επαναφέρει την αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κρίσης και για την ομαλοποίηση των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Όπως σημειώνει η έκθεση, η καμπύλη των τιμών ενέργειας παραμένει σημαντικά υψηλότερα από τα προ της σύγκρουσης επίπεδα, ενώ η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού έχει ανακοπεί.
Στο ίδιο περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε εκ νέου τα βασικά της επιτόκια τον Σεπτέμβριο, μετά την αντίστοιχη αύξηση του Ιουνίου. Παρότι η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή οικονομία έχουν εμφανίσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στο ενεργειακό σοκ από ό,τι αρχικά εκτιμήθηκε, οι πιέσεις είναι ιδιαίτερα εμφανείς στις αγορές κρατικών ομολόγων.
Πού αποδίδει περισσότερο το δημόσιο χρήμα
Ιδιαίτερο βάρος δίνει η έκθεση στη σύνθεση των δημόσιων δαπανών. Ειδική μελέτη του Γραφείο Προϋπολογισμού, η οποία βασίζεται σε τριμηνιαία στοιχεία τής περιόδου 1999-2025, εξετάζει τους πολλαπλασιαστές των δημόσιων επενδύσεων και της δημόσιας κατανάλωσης, καθώς και την επίδρασή τους στην ιδιωτική ζήτηση.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, βραχυπρόθεσμα, οι δύο κατηγορίες δαπανών έχουν παρόμοια επίδραση στο ΑΕΠ, με σωρευτικό πολλαπλασιαστή κοντά στη μονάδα σε ορίζοντα ενός έτους. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όμως, η επίδραση των δημόσιων επενδύσεων είναι ισχυρότερη και πιο διατηρήσιμη: κάθε ευρώ δημόσιων επενδύσεων συνδέεται σωρευτικά με περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε δύο έτη και 2,25 ευρώ σε τρία έτη. Για τη δημόσια κατανάλωση, τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 1,14 και 1,06 ευρώ.
Παράλληλα, η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων συνοδεύεται, με χρονική υστέρηση, από ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων έως και κατά περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το επίπεδο στο οποίο θα είχαν διαμορφωθεί χωρίς τη συγκεκριμένη δαπάνη. Η αντίδραση αυτή είναι πιο επίμονη και στατιστικά σημαντική από εκείνη που ακολουθεί μια αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης.
Για την ελληνική οικονομία, το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία: το επενδυτικό κενό έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης εκτιμάται για το 2025 σε 4,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού επισημαίνει, πάντως, δύο επιφυλάξεις: η αβεβαιότητα των εκτιμήσεων αυξάνεται σε μεγαλύτερους χρονικούς ορίζοντες, ενώ κάθε έργο πρέπει να αξιολογείται με βάση την ποιότητα, την έγκαιρη υλοποίηση και το δημοσιονομικό του κόστος.
Ανθεκτικότερα ομόλογα, όχι χωρίς κινδύνους
Ενώ οι διεθνείς αγορές ομολόγων δέχονται πιέσεις, η πιστοληπτική εικόνα της Ελλάδας βελτιώθηκε περαιτέρω. Οι Morningstar DBRS, Rating and Investment (R&I) και Moody’s διατήρησαν τη βαθμίδα αξιολόγησης της χώρας, αναβαθμίζοντας όμως τις προοπτικές της σε θετικές. Η Scope αναβάθμισε τη βαθμίδα από BBB σε BBB+.
Ως κύριοι λόγοι αναφέρονται η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η προσήλωση στη δημοσιονομική σύνεση, η νέα δυναμική των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι βελτιούμενοι δείκτες του τραπεζικού συστήματος και η ανθεκτικότητα της οικονομίας στα διαδοχικά εξωγενή σοκ. Οι αξιολογήσεις επισημαίνουν, παράλληλα, την ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας.
Η ειδική ανάλυση του ΓΠΚΒ για τα ομόλογα καταγράφει μια σημαντική αλλαγή. Την περίοδο της πανδημίας, τα ελληνικά ομόλογα ήταν τα πιο ευάλωτα μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης που εξετάστηκαν, με αντίδραση στις διεθνείς αναταράξεις υπερδιπλάσια από εκείνη των αμέσως επόμενων χωρών. Μετά το 2022, η ευαισθησία τους υποχώρησε δραστικά και σήμερα η Ελλάδα κινείται παράλληλα με την Ιταλία και την Πορτογαλία.
Καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση αυτή είχαν οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας. Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες -η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών του δείγματος- περιόρισαν το ασφάλιστρο αβεβαιότητας που απαιτούν οι επενδυτές.
Η βελτίωση, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη: καθώς το ελληνικό χρέος περνά σταδιακά από τον επίσημο στον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές θα γίνονται πιο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.
Πλεόνασμα και αγορά εργασίας
Για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, με προσαρμογές, κατέγραψε πλεόνασμα 11,302 δισ. ευρώ ή 4,3% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 1,995 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,037 δισ. ευρώ, εξέλιξη που αποδίδεται εν μέρει στην άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και εν μέρει στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης σε τρέχουσες τιμές.
Οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού αυξήθηκαν κατά 4,916 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Η αύξηση συνδέεται με τις πρωτογενείς δαπάνες, που ήταν υψηλότερες κατά 3,190 δισ. ευρώ, και με τις δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Ταμείου Ανάκαμψης, που αυξήθηκαν κατά 1,471 δισ. ευρώ.
Στην αγορά εργασίας, το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 8,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, από 9% ένα χρόνο νωρίτερα. Οι άνεργοι ανήλθαν σε 394.000, μειωμένοι κατά 34.000 ή 7,9%. Η απόκλιση μεταξύ γυναικών και ανδρών παραμένει σημαντική: η ανεργία διαμορφώθηκε σε 11,2% και 5,9% αντίστοιχα. Για τους νέους ηλικίας 15-29 ετών, υποχώρησε ελαφρώς στο 15,4%, από 15,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Το στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Με την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η ελληνική οικονομία εισέρχεται, σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, σε νέα φάση. Το τέλος του Ταμείου δεν συνιστά μείζονα δημοσιονομική πρόκληση, αποτελεί όμως «δοκιμασία ωριμότητας»: το ζητούμενο είναι αν η επενδυτική ώθηση των τελευταίων ετών μπορεί να στηρίξει ανάπτυξη χωρίς έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Ο λόγος των επενδύσεων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Ωστόσο, το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης δεν έχει κλείσει, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας κινείται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών υπενθυμίζει, επίσης, την εξάρτηση από εισαγωγές και εξωτερική χρηματοδότηση.
Κατά το ΓΠΚΒ, η πρόκληση δεν είναι απλώς να διατηρηθεί η επενδυτική δαπάνη σε υψηλά επίπεδα, αλλά να βελτιωθούν η ποιότητα και η παραγωγικότητά της, με σταδιακή μετάβαση από τη δημόσια και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων. Η δημοσιονομική σύνεση, σημειώνει, πρέπει να συμβαδίζει με τις επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν το παραγωγικό δυναμικό – όχι να επιτυγχάνεται με περικοπές σε αυτές.
Tο pronews.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το pronews.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.
Δικαίωμα συμμετοχής στη συζήτηση έχουν μόνο όσοι έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία disqus. Εάν δεν έχετε ήδη επιβεβαιώσει το email σας, μπορείτε να ζητήσετε να σας αποσταλεί νέο email επιβεβαίωσης από το disqus.com
Όποιος χρήστης της πλατφόρμας του disqus.com ενδιαφέρεται να αναλάβει διαχείριση (moderating) των σχολίων στα άρθρα του pronews.gr σε εθελοντική βάση, μπορεί να στείλει τα στοιχεία του και στοιχεία επικοινωνίας στο [email protected] και θα εξεταστεί άμεσα η υποψηφιότητά του.