Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pronews.gr στην Google

Τουλάχιστον 2.000 στρατιωτικούς έχει αναπτύξει στην Αϊτή το Ελ Σαλβαδόρ μέσα σε διάστημα μόλις μίας εβδομάδας, με την κυβέρνηση της χώρας να υποστηρίζει ότι βασικός στόχος είναι ο εντοπισμός τεσσάρων στρατιωτικών που αγνοούνται μετά από ενέδρα συμμορίας.

Ωστόσο, το μέγεθος και η ταχύτητα της στρατιωτικής κινητοποίησης δημιουργούν ερωτήματα για το αν η αποστολή περιορίζεται πράγματι στην αναζήτηση των αγνοουμένων ή αν πρόκειται για μια ευρύτερη επιχείρηση κατά των εγκληματικών οργανώσεων.

Η ανάπτυξη πραγματοποιείται με υλικοτεχνική υποστήριξη από τις ΗΠΑ, αλλά εκτός των υφιστάμενων διεθνών πλαισίων. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί ανησυχία για πιθανή αποδιοργάνωση της διεθνούς προσπάθειας κατά της βίας των συμμοριών στην Αϊτή, την οποία έχει αναλάβει η Δύναμη Καταστολής Συμμοριών (ΔΚΣ), υπό την εντολή του ΟΗΕ.

Στις 18 Οκτωβρίου, τέσσερις στρατιωτικοί από το Ελ Σαλβαδόρ, που συμμετείχαν στη ΔΚΣ, εξαφανίστηκαν έπειτα από ενέδρα σε προάστιο της πρωτεύουσας Πορτ-ο-Πρενς, μεγάλο μέρος της οποίας βρίσκεται υπό τον έλεγχο συμμοριών.

«Το μόνο πράγμα που θέλουμε» είναι οι τέσσερις τεχνικοί ελικοπτέρων «να επιστρέψουν σπίτι τους», δήλωσε μέσω της πλατφόρμας X ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, δημοσιεύοντας βίντεο από την αναχώρηση εκατοντάδων στρατιωτών. Παράλληλα, διαμήνυσε ότι η χώρα του θα «δώσει ένα μάθημα στις συμμορίες που κάνουν τον αϊτινό λαό να υποφέρει», καταλήγοντας: «Ερχόμαστε στην Αϊτή για να δώσουμε μάχη με τους εγκληματίες».

Ωστόσο, ο Αμερικανός ειδικός για την Αϊτή, Τζέικ Τζόνστον, εκτιμά ότι η αποστολή δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς επιχείρηση εντοπισμού των τεσσάρων αγνοουμένων. «Με 2.000 στρατιώτες, αριθμό που μπορεί να αυξηθεί τις επόμενες ημέρες, αυτή δεν έχει καμιά σχέση με επιχείρηση έρευνας», ανέφερε στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Η έλλειψη σαφούς ενημέρωσης από την κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ εντείνει τα ερωτήματα για τους πραγματικούς στόχους της στρατιωτικής παρουσίας.

Χρειάστηκαν πέντε ημέρες μέχρι να επιβεβαιωθούν επίσημα τόσο η έκταση της ανάπτυξης όσο και η συναίνεση των αρχών της Αϊτής, οι οποίες περιέγραψαν την επιχείρηση ως «συνεργασία (στο πεδίο της) ασφάλειας».

Ο Τζόνστον εκτιμά ότι υπάρχουν σαφείς ενδείξεις αμερικανικής υποστήριξης, παρά το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει τοποθετηθεί επισήμως για την επιχείρηση.

Το Πεντάγωνο επιβεβαίωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι τουλάχιστον δύο αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη μετέβησαν στην Πορτ-ο-Πρενς, παρέχοντας τεχνική και επιμελητειακή υποστήριξη. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, από την πλευρά του, δεν έχει προβεί σε κάποια δήλωση.

Παράλληλα, έρευνα του AFP σε δεδομένα των εξειδικευμένων υπηρεσιών FlightRadar24 και AirNav Radar εντόπισε περίπου 20 ειδικές πτήσεις από το Σαν Σαλβαδόρ προς την πρωτεύουσα της Αϊτής, κατά το διάστημα 22-29 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, κανένα από τα αεροσκάφη που χρησιμοποιήθηκαν δεν είχε πραγματοποιήσει πτήσεις από το Ελ Σαλβαδόρ κατά τους προηγούμενους 12 μήνες.

Την ίδια περίοδο, δορυφορικές εικόνες που ανέλυσε το Γαλλικό Πρακτορείο κατέγραψαν τη δημιουργία δέκα νέων κατασκευών στον χώρο της στρατιωτικής βάσης του αεροδρομίου Toussaint-Louverture στην Πορτ-ο-Πρενς. Οι εγκαταστάσεις ενδέχεται να είναι απλές σκηνές.

Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ επέλεξε να προχωρήσει σε μια τόσο σύνθετη και δαπανηρή στρατιωτική επιχείρηση στην Αϊτή, όπου οι προσπάθειες αποκατάστασης της ασφάλειας δεν έχουν αποδώσει ουσιαστικά αποτελέσματα τα τελευταία χρόνια.

Κατά τον Τζέικ Τζόνστον, του αμερικανικού κέντρου μελετών CEPR, ο Μπουκέλε ενδέχεται να επιδιώκει να προβάλει και να «εξαγάγει» το μοντέλο ασφαλείας που εφαρμόζει στη χώρα του.

Η στρατηγική αυτή βασίστηκε στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης και στις μαζικές φυλακίσεις υπόπτων χωρίς δικαστικά εντάλματα. Οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν καταγγείλει ότι η εφαρμογή της συνοδεύτηκε από αυθαίρετες συλλήψεις και βασανιστήρια.

Ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ απορρίπτει τις επικρίσεις των μη κυβερνητικών οργανώσεων και υποστηρίζει ότι η πολιτική του οδήγησε σε δραστική μείωση της εγκληματικότητας στη χώρα.

Η εφαρμογή μιας αντίστοιχης προσέγγισης στην Αϊτή, ωστόσο, θεωρείται ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη.

Η άφιξη των Σαλβαδοριανών στρατιωτικών προστίθεται στην ήδη σύνθετη εικόνα των δυνάμεων που επιχειρούν κατά των συμμοριών στην Αϊτή.

Στο πεδίο βρίσκονται η αϊτινή αστυνομία, ο στρατός της χώρας, μια ειδική δύναμη αποτελούμενη από ξένους μισθοφόρους, καθώς και περίπου 2.000 μέλη της Δύναμης Καταστολής Συμμοριών.

Με την προσθήκη των στρατιωτικών από το Ελ Σαλβαδόρ, διαμορφώνεται ένα σχήμα πέντε διαφορετικών δυνάμεων, χωρίς ενιαίο και σαφώς καθορισμένο σύστημα διοίκησης.

«Πέντε διακριτές δυνάμεις, χωρίς αληθινή κι ενοποιημένη διοίκηση», σχολίασε με ανησυχία ο Ντιέγκο Ντα Ριν, από το International Crisis Group. Όπως ανέφερε, εκατοντάδες μέλη των διαφορετικών δυνάμεων συνεργάζονται στο πεδίο, ωστόσο ο συντονισμός τους δεν γίνεται με ιδιαίτερα οργανωμένο τρόπο.

Ο Τζόνστον εκτιμά ότι η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της διεθνούς δύναμης, σε αντίθεση με την ταχύτητα άφιξης των Σαλβαδοριανών, ενδέχεται να οδηγήσει σε αλλαγή των ισορροπιών, με τους τελευταίους να αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Την ίδια ώρα, η εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη ΔΚΣ αναμένεται να λήξει σε πέντε μήνες.

Επιπλέον, σύμφωνα με τον ίδιο, οι στρατιωτικοί του Ελ Σαλβαδόρ έφτασαν στην Αϊτή χωρίς να έχουν καθορισμένους επιχειρησιακούς στόχους ή επαρκή γνώση των συνθηκών στο πεδίο, ενώ παραμένει άγνωστο και το πλαίσιο των κανόνων εμπλοκής τους.

Ο Αμερικανός ειδικός προειδοποιεί ότι η αύξηση της στρατιωτικής ισχύος δεν εγγυάται την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών της κρίσης. «Μπορεί να σκοτώσεις πολύ κόσμο, αλλά αυτό δεν θα αλλάξει τις δυναμικές που συνεχίζουν να οδηγούν στη βία και στην ανασφάλεια στην Αϊτή», σημείωσε, εκφράζοντας παράλληλα την ανησυχία του για «τεράστιους κινδύνους για τους αμάχους».

Δείτε μας ζωντανά στο YouTube, Twitch, X, Telegram