
Πλεόνασμα το οποίο δημιουργήθηκε από το έλλειμμα που έχουν οι «τσέπες» των πολιτών ύψους 12,1 δισ. ευρώ ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ για το 2025.
Η εξοντωτική φορολογία με υψηλό ΦΠΑ, υψηλό ΕΦΚ σε συνδυασμό με την τρομακτική ακρίβεια εξασφάλισε έσοδα, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για πρόωρες αποπληρωμές των δανειστών, μέσω των οποίων θα δοθεί και η «σφραγίδα» για επιπλέον δανεισμό.
Δηλαδή ούτε ένα ευρώ δεν θα χρησιμοποιηθεί προς όφελος των Ελλήνων πολιτών και για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Το πρωτογενές «πλεόνασμα» των 12,1 δισ. ευρώ αντιστοιχεί στο 4,9% του ΑΕΠ.
Το Μαξίμου σπεύδει να το παρουσιάσει ως απόδειξη «υπεύθυνης δημοσιονομικής διαχείρισης», «ισχυρής οικονομίας» και «θωράκισης» απέναντι στις διεθνείς κρίσεις.
Στην πραγματικότητα όμως αυτό το πλεόνασμα είναι πλασματικό και άδικο.
Είναι πλεόνασμα στα χαρτιά του κράτους, που προέρχεται κατευθείαν από το έλλειμμα στις τσέπες των Ελλήνων πολιτών.
Είναι χρήματα που μαζεύτηκαν με υπερφορολόγηση, υψηλούς έμμεσους φόρους (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καύσιμα, τρόφιμα και ενέργεια), βάρβαρη εισπραξιμότητα φόρων και αδράνεια απέναντι στην ακρίβεια, ενώ τα νοικοκυριά στενάζουν από τις υψηλότερες αυξήσεις τιμών σε όλη την Ευρώπη.
Θυμηθείτε μόνο τη «λίστα της ντροπής» του Μαρτίου 2026, πριν ο πόλεμος στο Ιράν να φέρει τις πρώτες «παρενέργειες»:
Πληθωρισμός τροφίμων +4,4% στην Ελλάδα έναντι +2,1% στην ΕΕ (υπερδιπλάσιος).
Πρώτη στην ΕΕ σε βρεφικές τροφές +5,7% (7,1 φορές πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο +0,8%).
Πρώτη σε γάλα +7,2% (14,4 φορές πάνω!).
Δεύτερη σε λαχανικά +9,2% (6,6 φορές πάνω), ενώ η Ελλάδα είναι αγροτική χώρα.
Παντού πρωταθλήτρια ή στις πρώτες θέσεις: κρέας, τυρί, γιαούρτι, φρούτα, εστιατόρια, αεροπορικά εισιτήρια (+21,8%), διόδια, ενοίκια, συντήρηση κατοικίας.
Οι πολίτες πληρώνουν ακριβότερα το ψωμί, το γάλα, το κρέας, το ρεύμα, τα καύσιμα και τη στέγαση, ενώ οι μισθοί και οι συντάξεις μένουν πίσω.
Το διαθέσιμο εισόδημα συμπιέζεται δραματικά, η μεσαία τάξη εξαθλιώνεται, οι νέοι γονείς δυσκολεύονται να ταΐσουν τα παιδιά τους και οι οικογένειες κόβουν ακόμα και τα βασικά.
Και τι κάνει η κυβέρνηση; Αντί να πατάξει τα καρτέλ στα τρόφιμα, τις μεταφορές και την ενέργεια, να ενισχύσει τον πραγματικό ανταγωνισμό, να μειώσει τους έμμεσους φόρους στα βασικά αγαθά ή να επιβάλλει αποτελεσματικούς ελέγχους τιμών, μαζεύει φόρους για να φουσκώσει πρόωρα τις τσέπες των πολιτών.
Το πλεόνασμα αυτό δεν είναι αποτέλεσμα υγιούς ανάπτυξης που μοιράζεται στον λαό.
Είναι λεφτά που βγήκαν από το «αίμα» μας – από τις τσέπες μας – για να παρουσιαστεί μια ωραία εικόνα και να δικαιολογηθούν νέα δάνεια ή εγγυήσεις.
Τώρα που ανακοινώθηκε το υπερπλεόνασμα, η κυβέρνηση υπόσχεται «πρόσθετα μέτρα στήριξης».
Ψίχουλα μπροστά στο μέγεθος του προβλήματος. Ενώ οι πολίτες πληρώνουν χρόνια τώρα το τίμημα της ακρίβειας, το κράτος μαζεύει δισεκατομμύρια και επιστρέφει ελάχιστα.
Ακόμα και τα χρήματα αυτά, θα τα «καρπωθούν» πάλι οι λίγοι οι οποίοι θα αυξήσουν κι άλλο τις τιμές.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη στο μεταξύ θα πανηγυρίζει για τις πρόωρες αποπληρωμές του δημόσιου χρέους.
Μόλις τον Μάρτιο του 2026 ανακοίνωσε νέα πρόωρη εξόφληση 7 δισ. ευρώ από τα δάνεια του πρώτου μνημονίου (GLF), ενώ το 2025 είχε ήδη πληρώσει άλλα 5,3 δισ., με σχέδια για 8,8 δισ. το 2026 και στόχο να τελειώσει την αποπληρωμή των 31,6 δισ. που απομένουν έως το 2031 – δηλαδή δέκα χρόνια νωρίτερα.
Το Μαξίμου το παρουσιάζει ως «μεγάλη επιτυχία», «ενίσχυση αξιοπιστίας» και «εξοικονόμηση τόκων» (περίπου 90-100 εκατ. ευρώ ανά κίνηση).
Η κυβέρνηση προτιμά να στέλνει δισεκατομμύρια ευρώ νωρίτερα στους δανειστές αντί να τα επιστρέψει στην πραγματική οικονομία και στους πολίτες που τα παρήγαγαν με ιδρώτα και αίμα.
Χρησιμοποιούν τα χρήματα των Ελλήνων για να πληρώσουν πρόωρα δάνεια που έχουν χαμηλά, μακροπρόθεσμα και συχνά ευνοϊκά επιτόκια (πολλά από τα μνημονιακά δάνεια έχουν grace periods και πολύ χαμηλό κόστος).
Αντί λοιπόν να μειώσουν φόρους στα βασικά αγαθά, να επιδοτήσουν ουσιαστικά το κόστος ζωής, να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή ή να δώσουν πραγματική στήριξη σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προτιμούν να «καθαρίσουν» το χρέος νωρίτερα.
Είναι σαν να έχεις ένα σπίτι που καίγεται και αντί να σβήσεις τη φωτιά, τρέχεις να ξεπληρώσεις το δάνειο της τράπεζας πιο γρήγορα.