Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του pronews.gr στην Google

Σε λιγότερους από 9 εκατομμύρια κατοίκους αναμένεται να περιοριστεί ο πληθυσμός της Ελλάδας έως το 2055, ενώ τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης εκτιμάται ότι θα φτάσουν στα 70 έτη την ίδια χρονιά και στα 72 έτη έως το 2080, σύμφωνα με τις δημογραφικές προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τα στοιχεία του «Ageing Report 2027» αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα για τη δημογραφική εξέλιξη της χώρας, καθώς η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αναμένεται να μεταβάλουν σημαντικά την αναλογία μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων τις επόμενες δεκαετίες.

Ειδικότερα, από περίπου 10,4 εκατομμύρια κατοίκους το 2025, ο πληθυσμός της Ελλάδας προβλέπεται να υποχωρήσει στα 8,9 εκατομμύρια το 2055. Μέχρι το 2080, η μείωση εκτιμάται ότι θα είναι ακόμη μεγαλύτερη, με τον πληθυσμό να περιορίζεται στα 7,6 εκατομμύρια.

Σε βάθος 30 ετών η συρρίκνωση υπολογίζεται στο 14%, ενώ μέχρι το 2080 θα έχει φτάσει συνολικά το 26%. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες πληθυσμιακές μειώσεις στην Ευρώπη, με μόνο τη Βουλγαρία, τη Λιθουανία και την Πολωνία να εμφανίζουν ανάλογες ή δυσμενέστερες προβλέψεις.

Η δημογραφική εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η γήρανση του πληθυσμού δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να φτάσει στο ανώτατο σημείο του προς το τέλος της δεκαετίας, αγγίζοντας τα 453 εκατομμύρια το 2029.

Στη συνέχεια θα αρχίσει η σταδιακή υποχώρηση, με τις προβολές να δείχνουν ότι το 2080 ο πληθυσμός της ΕΕ θα έχει περιοριστεί στα 414 εκατομμύρια, καταγράφοντας πτώση περίπου 8%.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εξέλιξη του δείκτη γονιμότητας δεν φαίνεται ικανή να ανατρέψει την αρνητική πορεία. Το 1960 αντιστοιχούσαν στατιστικά 2,23 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο δείκτης παρέμενε περίπου στα ίδια επίπεδα.

Η εικόνα άλλαξε σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Το 2000 ο δείκτης είχε υποχωρήσει στο 1,25 και το 2025 διαμορφώθηκε μόλις στο 1,20. Παρότι η Κομισιόν προβλέπει σταδιακή ανάκαμψή του στο 1,45 έως το 2080, η βελτίωση αυτή δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει το δημογραφικό έλλειμμα που έχει ήδη δημιουργηθεί.

Λιγότεροι εργαζόμενοι, περισσότεροι ηλικιωμένοι

Η μείωση του πληθυσμού συνοδεύεται από μια ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία: τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού.

Όσο αυξάνεται ο αριθμός των ηλικιωμένων σε σχέση με τους ανθρώπους που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία, τόσο εντονότερες γίνονται οι πιέσεις στην απασχόληση, στα δημόσια έσοδα και στα ασφαλιστικά ταμεία.

Σήμερα, οι πολίτες άνω των 65 ετών αντιστοιχούν στο 41,3% του πληθυσμού ηλικίας 20 έως 64 ετών. Το ποσοστό είναι ήδη υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που βρίσκεται στο 38%.

Οι προβολές δείχνουν ότι η συγκεκριμένη αναλογία θα εκτοξευθεί στο 70,6% το 2055, ενώ ακόμη και το 2080 θα παραμένει στο 69,3%.

Αν συνυπολογιστούν και οι πολίτες κάτω των 20 ετών, οι οποίοι επίσης εξαρτώνται οικονομικά από τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας, η συνολική αναλογία εξάρτησης διαμορφώνεται σήμερα στο 72,4%. Το 2055 αναμένεται να ξεπεράσει το 100%, φτάνοντας στο 101,5%.

Ανησυχητική είναι και η εξέλιξη του δείκτη οικονομικής εξάρτησης λόγω γήρατος, ο οποίος συγκρίνει τον μη ενεργό πληθυσμό άνω των 65 ετών με το σύνολο των απασχολουμένων. Στην Ελλάδα, από 55,3% σήμερα, εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 85,5% έως το 2055.

Πώς συνδέεται το προσδόκιμο ζωής με τα όρια συνταξιοδότησης

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις προβλέψεις για τα συνταξιοδοτικά συστήματα.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση αναμένεται να αυξηθεί έως το 2080 κατά επτά χρόνια για τους άνδρες, από τα 79 στα 86 έτη, και κατά έξι χρόνια για τις γυναίκες, φτάνοντας τα 90 έτη.

Παράλληλα, το προσδόκιμο ζωής που απομένει στην ηλικία των 65 ετών προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου πέντε χρόνια τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.

Για την Ελλάδα, οι εκτιμήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ηλικία συνταξιοδότησης συνδέεται θεσμικά με τις μεταβολές του προσδόκιμου ζωής.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, από το 2021 η ελάχιστη και η νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης προβλέπεται να αναπροσαρμόζονται με βάση τις αλλαγές στο προσδόκιμο ζωής των ατόμων ηλικίας 65 ετών.

Ωστόσο, η πρώτη προσαρμογή δεν εφαρμόστηκε, καθώς η πανδημία COVID-19 είχε προκαλέσει προσωρινή μείωση του προσδόκιμου ζωής.

Το 2024, η μεταβολή σε σχέση με το 2010 ήταν μικρότερη του ενός έτους και έτσι ο μηχανισμός δεν ενεργοποιήθηκε. Ως αποτέλεσμα, τα όρια παρέμειναν στα 67 έτη για πλήρη σύνταξη και στα 62 έτη υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Η εικόνα αναμένεται να αλλάξει τα επόμενα χρόνια. Οι εκτιμήσεις τοποθετούν το όριο των 67 ετών στα 68 το 2030, στα 70 το 2055 και στα 72 το 2080.

Οι πιέσεις στα ασφαλιστικά συστήματα

Η δημογραφική μεταβολή δημιουργεί νέα δεδομένα για τη χρηματοδότηση των συντάξεων, καθώς τα αναδιανεμητικά συστήματα στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις εισφορές των σημερινών εργαζομένων για την καταβολή των συντάξεων των σημερινών συνταξιούχων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι τα αυστηρότερα κριτήρια συνταξιοδότησης και τα αντικίνητρα για την πρόωρη αποχώρηση από την αγορά εργασίας αναμένεται να οδηγήσουν περισσότερους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας στην παραμονή τους στην απασχόληση.

Σε επίπεδο ΕΕ, η ηλικία αποχώρησης από την αγορά εργασίας προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου δύο χρόνια έως το 2080.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η σύσταση του ΟΟΣΑ για ενίσχυση των κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στα ασφαλιστικά συστήματα, προκειμένου να περιοριστούν οι κίνδυνοι που δημιουργεί η μείωση του εργατικού δυναμικού.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη του Οργανισμού, σε όλες τις χώρες-μέλη του, με μία εξαίρεση, ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων χρειάζεται να συμπληρώνουν τις υποχρεωτικές συνταξιοδοτικές παροχές τους με εθελοντικές εισφορές, προκειμένου να εξασφαλίσουν επαρκές εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση.

Το συνταξιοδοτικό κενό για τους άνδρες μισθωτούς που λαμβάνουν τον μέσο μισθό ξεπερνά το 10% των αποδοχών σε 17 από τις 41 χώρες που εξετάστηκαν. Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο χάσμα από τους άνδρες σε 17 χώρες, ενώ για τους αυτοαπασχολούμενους το πρόβλημα είναι εντονότερο σε 31 χώρες σε σύγκριση με τους μισθωτούς.

Οι προβολές για την Ελλάδα αναδεικνύουν έτσι μια διπλή πρόκληση: από τη μία πλευρά τη συνεχή μείωση του πληθυσμού και από την άλλη την αύξηση του χρόνου εργασίας που ενδέχεται να απαιτείται για τη συνταξιοδότηση των επόμενων γενεών.

Δείτε μας ζωντανά στο YouTube, Twitch, X, Telegram