H πρώτη αεροπορική επιχείρηση που έπληξε το ιαπωνικό αρχιπέλαγος

Ήταν 1942 όταν ένα ιταλικό αεροσκάφος κατάφερε να πραγματοποιήσει ένα εντυπωσιακό ταξίδι, σχεδόν άθλο, εν μέσω πολέμου: Πέταξε από την Ιταλία στην Ιαπωνία και όχι μόνο αυτό, αλλά κατάφερε στη συνέχεια και να επιστρέψει πίσω πετώντας πάνω από εχθρικές, για την Ιταλία περιοχές, όπου ο εντοπισμός του αεροσκάφους θα σήμαινε αυτομάτως και την κατάρριψή του.

Κατά την διάρκεια του Β’ ΠΠ οι ιταλικές αεροπορικές δυνάμεις, αλλά και η Αεροπορία του Ναυτικού, πραγματοποίησαν μια σειρά από εντυπωσιακές αποστολές, πολλές από αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πρωτοποριακές εξαιτίας των ειδικών συνθηκών στις οποίες πραγματοποιήθηκαν.

Παρ΄ όλα αυτά λίγες έγιναν γνωστές μετά τον πόλεμο, κυριότερα γιατί μέρος των τότε απόρρητων εγγράφων καταστράφηκαν μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943, αλλά και γιατί κανείς στην χώρα δεν ήθελε να θυμάται τίποτα από την καταστροφική εμπλοκή της Ιταλίας στον Β’ ΠΠ.

Μια από τις αποστολές αυτές, που έμειναν άγνωστες για πολύ καιρό ήταν και η πτήση στην Ιαπωνία.

Γιατί στην Ιαπωνία

Μετά την επίθεση της Ιαπωνίας στο Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου του 1941, η χώρα του «Ανατέλλοντος Ήλιου», βρέθηκε, παραδόξως μεν, απομονωμένη, κυκλωμένη από τις ΗΠΑ και την Βρετανία και χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας με τους συμμάχους της του «Άξονα», στην Ευρώπη.

Έτσι μετά την επίθεση στην Χαβάη, κάθε αεροπορική, ναυτική και -πόσο μάλλον- οδική σύνδεση μεταξύ της Ιαπωνίας και της Ιταλίας και Γερμανίας διακόπηκε αναγκαστικά.

Τα τρία έθνη είχαν υπογράψει στις 26 Σεπτεμβρίου του 1940, την τριμερή συμφωνία, που έμεινε γνωστή ως ο «Άξονας».

Με την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο και με τις αεροναυμαχίες να μαίνονται στον Ειρηνικό και φυσικά με την γερμανική εισβολή στη Ρωσία, τεράστιοι χερσαίοι όγκοι και εξίσου τεράστιες θαλάσσιες περιοχές απέκλεισαν κάθε επικοινωνία μεταξύ της Ιαπωνίας με την Γερμανία και την Ιταλία. Έτσι και οι τρεις χώρες του Άξονα, άρχισαν να σχεδιάζουν εναλλακτικές διαδρομές είτε αεροπορικής είτε θαλάσσιας επικοινωνίας.

Η ανάγκη για ανταλλαγή σπάνιων πρώτων υλών, στρατιωτικών συμβούλων, σχεδίων και κωδικών επικοινωνίας ήταν επιτακτική.

Οι προετοιμασίες

Ανάμεσα στις διάφορες αποστολές σύνδεσης που σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν, ήταν και αυτή της απευθείας πτήσης μεταξύ Ρώμης και Τόκιο. Τον Ιανουάριο του 1942, το ιταλικό υπουργείο Πολέμου, ζήτησε από την διοίκηση της ιταλικής Αεροπορίας (Regia Aeronautica Italiana) τον σχεδιασμό ενός προγράμματος πτήσεων από την Ιταλία στην Ιαπωνία χωρίς ενδιάμεσο σταθμό.

Αυτό που θα λέγαμε σήμερα one-way.

Λαμβάνοντας υπόψη την τεράστια απόσταση που χώριζε τις δύο χώρες, ο αρχηγός της Αεροπορίας στρατηγός Fourgier, στράφηκε αμέσως σε μια ειδική Μοίρα Μεταφορών η οποία είχε στο ενεργητικό της πολλές αποστολές προς τη νότια Αμερική και από το 1940-41 σε αποστολές ανεφοδιασμού αποκλεισμένων ιταλικών φρουρών (Gimma και Gondar) στην ανατολική Αφρική, χρησιμοποιώντας τρικινητήρια αεροσκάφη Savoia Marchetti SM83.

Το αεροσκάφος που επιλέχθηκε για αυτή την παράτολμη όμως αποστολή, ήταν το επίσης τρικινητήριο Savoia Marchetti SM75, το οποίο αν και με μικρότερο φορτίο από το  SM83, προσέφερε μεγαλύτερη εμβέλεια, γεγονός απαραίτητο, για την εκτέλεση της πτήσης.

Το αεροσκάφος είχε τρεις κινητήρες της Alfa Romeo 128 RC 18 (άλλες πηγές αναφέρουν Alfa Romeo 126 R.C.34) των 750 ίππων ο καθένας, μέγιστο βάρος απογείωσης κοντά στους 22 τόνους, μέγιστη ταχύτητα 369 χ.α.ω.. και οικονομική 325 χ.α.ω. και επιχειρησιακό υψόμετρο 7.000 μέτρα.

Κανονικά το αεροσκάφος είχε εμβέλεια 2.279 χλμ. αλλά η συγκεκριμένη έκδοση που επιλέχθηκε, η SM75 GA (Grande Autonomia) είχε εμβέλεια  8.000 χλμ. με μειωμένο φορτίο, αλλά πολύ μεγαλύτερη ικανότητα μεταφοράς καυσίμου.

Αρχικά το πλήρωμα των τεσσάρων ατόμων που επιλέχθηκαν για την πτήση ήταν ο Amedeo Paradisi (ο οποίος είχε συμμετάσχει στο αεροπορικό Grand Prix από το Ιστρ της Γαλλίας στη Δαμασκό και επιστροφή το 1937, όπως και στο Ρώμη-Ντακάρ-Ρίο ντε Τζανέιρο το 1938, κάτι που σημαίνει ότι είχε επιλεγεί για την εμπειρία του στις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων, με συγκυβερνήτη τον Publio Magini, με τεράστια εμπειρία στην πτήση διά οργάνων, τον ραδιοναυτίλο Ezio Vaschetto και τον ιπτάμενο μηχανικό Vittorio Trovi.

Το πλήρωμα αυτό είχε ξαναπετάξει μαζί.

Μόλις πριν ένα μήνα περίπου στις 9 Μαΐου του 1942, είχε πραγματοποιήσει μια πτήση διάρκειας 28 ωρών προς την Ασμάρα (πρώην ιταλική αποικία της Ερυθραίας) για να ρίξει πατριωτικά φυλλάδια τα οποία έγραφαν «Ιταλοί από την Ερυθραία: Η πατρίδα δεν σας ξεχνά. Θα επιστρέψουμε!».

Η τολμηρή αυτή αποστολή ήταν επιτυχημένη, δηλαδή πλήρωμα και αεροσκάφος επέστρεψαν στην Ιταλία δίχως απώλειες, γεγονός που έδωσε ενθουσιασμό για την πραγματοποίηση του μεγάλου άλματος στην Ιαπωνία.

Η συντριβή για μια πτήση 50 χιλιομέτρων

Η ώρα έφτασε για την πραγματοποίηση της πτήσης, αλλά το αεροσκάφος έπρεπε να μεταφερθεί πρώτα στο αεροδρόμιο της Guidonia από το αεροδρόμιο Ciampino στη Ρώμη.

Επρόκειτο για μια πτήση μόλις 50 χλμ. απόσταση. Δυστυχώς όμως συνέβη το αδιανόητο: Και οι τρεις κινητήρες του SM75 GA έπαθαν ταυτόχρονα βλάβη.

Πιθανότατα επρόκειτο για κάποια σοβαρή βλάβη στην τροφοδοσία καυσίμου, αλλά κανείς δεν γνωρίζει σήμερα.

Ο κυβερνήτης του αεροσκάφους Paradisi καταφέρνει να κάνει μια απελπισμένη προσγείωση έκτακτης ανάγκης, αλλά το αεροπλάνο συντρίβεται στο έδαφος και ο ίδιος χάνει το δεξί του πόδι.

Ως εκ θύματος το υπόλοιπο πλήρωμα βγαίνει τραυματισμένο  αλλά ζωντανό από την καταστροφή. Δεν υπήρχε όμως χρόνος για χάσιμο. Παρά το σοκ το “Tokyo Raid” δεν μπορούσε να αναβληθεί.

Με υπεράνθρωπες προσπάθειες οι μηχανικοί της Regia Aeronautica κατάφεραν να ετοιμάσουν ένα δεύτερο SM75 GA και σε χρόνο ρεκόρ στις 29 Ιουνίου όλα είναι έτοιμα για την πτήση.

Φυσικά εξαιτίας του δυστυχήματος, η αποστολή τώρα έχει διαφορετική σύνθεση: Κυβερνήτης είναι ο Συνταγματάρχης (Σμήναρχος) Antonio Moscatelli (Μοσκατέλι), συγκυβερνήτης ο Mario Curto, ραδιοναυτίλος ο Ernesto Mazzotti. Δεν αναφέρεται κάποια άλλη αλλαγή, οπότε συμπεραίνουμε ότι ο ιπτάμενος μηχανικός ήταν ο Vittorio Trovi.

Από την Ιταλία στην Ουκρανία

Το αεροσκάφος SM75 «RT» (Ρώμη-Τόκυο) θα απογειωθεί στις 05:30 της 29ης Ιουνίου από το αεροδρόμιο Guidonia της Ρώμης, με κατεύθυνση αρχικά στην Ζαπορίζια της ανατολικής Ουκρανίας, (δυτικά του Ντόνετσκ και βόρεια της Κριμαίας) διαγράφοντας ένα σκέλος 2.030 χλμ. και το οποίο βέβαια ήταν υπό γερμανική κατοχή.

Το σημείο αυτό ήταν η πραγματική εκκίνηση του “Tokyo Raid” την επομένη 30 Ιουνίου και μετά τον απαραίτητο ανεφοδιασμό, τον τεχνικό έλεγχο και κιβώτια με πολύτιμα κρυπτογραφημένα και απόρρητα έγγραφα (που κανείς τελικά δεν έμαθε το ακριβές περιεχόμενό τους) και με φορτίο καυσίμου 10.300 λίτρων απογειώθηκε στις 6 μ.μ. μετά από διαδρομή 700 μέτρων.

Σε περίπτωση που το πλήρωμα αναγκαζόταν να πραγματοποιήσει έκτακτη προσγείωση σε σοβιετικό έδαφος είχε διαταγή να καταστρέψει πρώτα το αεροσκάφος και φυσικά όλο το κρυπτογραφημένο υλικό και τους αεροναυτιλιακούς χάρτες.

Οι Ιταλοί και σύμφωνα με τις επιθυμίες των Ιαπώνων οι οποίες δεν επιθυμούσαν από την πτήση να προκαλέσουν την ΕΣΣΔ κανένα έγγραφο δεν είχε ως αποδέκτη κάποια ιαπωνική υπηρεσία ή προσωπικότητα.

Όλα είχαν ως αποδέκτη τους την ιταλική πρεσβεία στο Τόκυο.

Παρ΄ όλες τις προφυλάξεις που είχαν ληφθεί για τη μυστικότητα της αποστολής, αλλά και την σιγή ασυρμάτου κατά την διάρκεια της πτήσης, το ρωσικό αντιαεροπορικό προβολικό εντόπισε το αεροσκάφος πάνω από το Σταλίνο αλλά και το Δέλτα του Βόλγα.

Ταυτόχρονα ένα αεροσκάφος δίωξης, πιθανότατα ένα Yak-1 εντόπισε το αεροσκάφος, αλλά σύμφωνα με τα όσα είπε το πλήρωμα αργότερα δεν μπόρεσε να το αναχαιτίσει.

Στα απομνημονεύματά του, ο κυβερνήτης Μοσκατέλι θα γράψει σχετικά: «Είχαμε την περίεργη αυτή αίσθηση ότι η πτήση  μας ήταν γνωστή στους Ρώσους».
.

Ωστόσο, το SM75 συνεχίζει το μακρύ ταξίδι του πετώντας πάνω από τη βόρεια ακτή της λίμνης της Αράλης στην κεντρική Ασία, διασχίζοντας το όρη Μπαικάλ και Tarbagatai μέχρι να φτάσει πάνω από την τεράστια έρημο του Γκόμπι.

Ωστόσο, η αεροναυτιλία, δηλαδή ο ακριβής υπολογισμός της θέσης του αεροσκάφους  αποδεικνύεται ανακριβής, ιδίως όσον αφορά το υψόμετρο και τη θέση των οροσειρών, ενώ ταυτόχρονα η πιθανότητα πτήσης σε ασφαλή υψόμετρα άνω των 5.000 μέτρων περιορίζεται πολύ από την περιορισμένη ικανότητα των κινητήρων να αποδώσουν σε μεγάλα ύψη.

Οι καιρικές συνθήκες θα γίνουν στη συνέχεια πολύ πιο δύσκολες καθώς το αεροπλάνο θα συνεχίσει να πετά προς τα  ανατολικά, δηλαδή προς την περιοχή του πλανήτη που επηρεάζεται από ανέμους και βροχές που χαρακτηρίζει το καλοκαίρι των μουσώνων.

Το πλήρωμα, καθ΄όλη τη διάρκεια της πτήσης δεν έχει σταματήσει να αγωνίζεται πραγματικά για τον υπολογισμό της θέσης του αεροσκάφους.

Η κατάσταση θα γίνει χειρότερη, όταν στο τελευταίο τμήμα της πτήσης, μια τεράστια αμμοθύελλα θα πλήξει το SM75 παρά το γεγονός ότι αυτά πετά στα 3.000 μέτρα μεταξύ Κίνας και Μογγολίας. Το αεροσκάφος κλυδωνίζεται από τους θυελλώδεις ανέμους και την περιορισμένη, σχεδόν ανύπαρκτη ορατότητα.

Παρ ‘όλα αυτά, ο Μοσκατέλι διατηρεί τον έλεγχο του αεροσκάφους και περίπου στις 10 μ.μ. της 30ης Ιουνίου, θα μειώνει το ύψος του, διαπερνώντας το στρώμα των νεφών  με στόχο να εντοπίσει (οπτικά) την πορεία του Κίτρινου ποταμού.

Ακολουθώντας την πορεία αυτή, και στις 15:30 της επομένης 1ης Ιουλίου το SM.75 και σχεδόν στο όριο της αυτονομίας του, έχοντας εξαντλήσει και το τελευταίο λίτρο καυσίμων, το πλήρωμα εντοπίζει  επιτέλους το ιαπωνικό πεδίο προσγείωσης του Pao Tow Chen (που βρίσκεται στην εσωτερική Μογγολία) και που εκείνο το διάστημα ήταν υπό τον έλεγχο των Ιαπώνων.

Το αεροσκάφος θα προσγειωθεί με ασφάλεια σε ένα αρκετά καλό διάδρομο μήκους 1.300 μέτρων.

Το πλήρωμα καλωσορίζεται από έναν Ιάπωνα στρατηγό, υπεύθυνο για τον τομέα Hansi, συνοδευόμενο από μια στρατιωτική αντιπροσωπεία και δύο Ιταλούς αξιωματικούς του Ναυτικού που έχουν σπεύσει από την ιαπωνική πρωτεύουσα στη Μογγολία ειδικά για την περίσταση. Είναι οι πλοίαρχοι  Roberto De Leonardis και Enrico Rossi.

Το πλήρωμα θα ξεκουραστεί για μια ημέρα και την επομένη θα αναχωρήσει για την Ιαπωνία, μια διαδρομή 2.700 χλμ.

Πριν όμως από την απογείωση θα αλλάξει τα σήματα της ιταλικής Αεροπορίας που πετούσε με αυτά της ιαπωνικής προκειμένου να μην υπάρξει κάποια «φιλική» κατάρριψη από κάποιο ιαπωνικό αεροσκάφος δίωξης.

Παράλληλα στο αεροσκάφος θα επιβιβαστεί και ένας Ιάπωνας στρατιωτικός με καθήκοντα διερμηνέα.

Στις 20:00 της 2ας Ιουλίου το τρικινητήριο SM.75GA θα φτάσει επιτέλους στον προορισμό του στο Τόκιο, όπου όλο το προσωπικό της ιταλικής πρεσβείας αλλά και όσοι Ιταλοί βρίσκονταν στη χώρα θα το υποδεχθούν με ενθουσιασμό.

Όπως ανέφερε αργότερα το πλήρωμα, οι Ιάπωνες, από την πλευρά τους, ήταν εγκάρδιοι, αλλά τίποτα περισσότερο. Ο φόβος να ενοχληθεί η ΕΣΣΔ από αυτή την πτήση ήταν ιδιαίτερα έντονος και φάνηκε.

Οι Ιάπωνες δίνοντας τη μεγάλη μάχη τους στον Ειρηνικό κατά των ΗΠΑ, δεν ήθελαν με τίποτα να προκαλέσουν τον Στάλιν και να δημιουργήσουν ένα δεύτερο μέτωπο.

Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος ήταν επίσης παρών στην υποδοχή και σε ένα εορτασμό στην ιταλική πρεσβεία, όπου και θα μεταδώσει στη συνέχεια την επιτυχία της αποστολής στο Βερολίνο και στον αρχηγό της Luftwaffe  Χέρμαν Γκέρινγκ.

Ο Γκέρινγκ θα αποστείλει ένα συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον στρατηγό  Fourgier και στη συνέχεια (όπως αναφέρουν οι ιταλικές πηγές) θα τα βάλει με το προσωπικό του που δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει ένα αντίστοιχο εγχείρημα όπως έκαναν οι «”αναθεματισμένοι” σύντροφοι μακαρονάδες».

Η επιστροφή

Πράγματι και πέρα από κάθε άποψη, η πτήση του SM75 «RT» ήταν μια πραγματικά εξαιρετική επιτυχία, δεδομένων  των συνθηκών και των απρόβλεπτων.

Στις 16 Ιουλίου (μετά από δύο εβδομάδες γεμάτες τεχνικές συναντήσεις με ιαπωνικά, ιταλικά και γερμανικά επιτελεία, και στιγμές  γιορτής), το ιταλικό πλήρωμα απογειώθηκε από το Τόκιο φέρνοντας το αεροσκάφος πίσω στο Pao Tow Chen στη Μογγολία και χωρίς προβλήματα.

Εκεί, αφού ακολούθησαν την αντίστροφη διαδικασία, διαγράφοντας  τα ιαπωνικά σήματα και αντικαθιστώντας τα, ξανά με ιταλικά, το αεροσκάφος επιθεωρήθηκε  και ανεφοδιάστηκε με 21.000 λίτρα καυσίμου αυτή τη φορά, καθώς δεν υπήρχε ο φόρτος των κιβωτίων που αρχικά μετέφερε προς την Ιαπωνία επιτρέποντας περισσότερο καύσιμο

Στις 21:45 της 18ης Ιουλίου, το SM.75GA απογειώθηκε, χωρίς προβλήματα παρά το γεγονός ότι ήταν και πάλι υπερφορτωμένο αλλά και γιατί το πεδίο απογείωσης ήταν σε μεγάλο υψόμετρο περί 1.000 και πλέον μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, με κατεύθυνση δυτική.

Η διαδρομή της επιστροφής ήταν η ίδια με αυτή της μετάβασης αλλά με αντίξοες συνθήκες όπως συχνές βροχοπτώσεις, νέφη που εμπόδιζαν τη ναυτιλία, μεγάλες και απότομες θερμοκρασιακές αλλαγές και  σχηματισμοί πάγου στις πτέρυγες. Φτάνοντας κοντά στην Κασπία Θάλασσα, ο Μοσκατέλι προσπαθεί να επικοινωνήσει  με την βάση στο Σταλίνο της Ουκρανίας, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Ευτυχώς, οι Σοβιετικοί δεν παρατήρησαν κάτι και χάρη στους υπολογισμούς που πραγματοποιήθηκαν από τον ραδιοναυτίλο Magini, το SM.75 κατάφερε, στις 02.10 το πρωί της 20ης  Ιουλίου του 1942, να προσγειωθεί επιτυχώς  στο εφεδρικό πεδίο στην Οδησσό (μετά από μια πτήση 6.350 χιλιομέτρων που διανύθηκε σε 29 ώρες και 25 λεπτά πτήσης, συνεχώς στον αέρα)!

Σήμερα η πτήση από Ρώμη προς Τόκιο έχει διάρκεια κάτι παραπάνω από 16 ώρες. Λίγες μέρες αργότερα, στην Guidonia ο Μοσκατέλι και το πλήρωμα θα τύχουν θερμής υποδοχής από τον ίδιο τον Μουσολίνι.

Δεδομένης της έλλειψης μέσων, χρημάτων αλλά και πολιτικών εμποδίων, η Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση της Ιταλίας αποφάσισε να μην πραγματοποιήσει άλλες πτήσεις προς την Άπω Ανατολή.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Ωστόσο, οι σημαντικές παρατηρήσεις και τα διδάγματα που προέκυψαν από την αποστολή SM.75 «RT» επέτρεψαν στους Γερμανούς να εγκαινιάσουν, ξεκινώντας από τις αρχές του 1944, ένα δικό τους σχέδιο αεροπορικής σύνδεσης με την Ιαπωνία, που κατάφερε να πραγματοποιήσει πάντως μόνο κάποιες λίγες πτήσεις με αεροσκάφη Junker 290.