
Το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1912, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, η Θεσσαλονίκη άλλαζε σελίδα. Έπειτα από σχεδόν πέντε αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας, ο διοικητής της, Χασάν Ταχσίν πασάς, αποδεχόταν την παράδοση της πόλης στον Eλληνικό Στρατό.
Πίσω από την υπογραφή του πρωτοκόλλου βρίσκονταν εβδομάδες πολεμικών επιχειρήσεων, δύσκολες αποφάσεις και διαπραγματεύσεις που εξελίχθηκαν υπό ασφυκτική χρονική πίεση. Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε πλέον το επίκεντρο ενός ανταγωνισμού στον οποίο οι σύμμαχοι απέναντι στους Οθωμανούς είχαν διαφορετικές επιδιώξεις.
Η απελευθέρωσή της δεν ήταν αυτονόητη συνέπεια της ελληνικής προέλασης. Ο βουλγαρικός στρατός πλησίαζε επίσης και η σειρά άφιξης μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τη μελλοντική διεκδίκηση της πόλης.

Για την ελληνική κυβέρνηση, επομένως, το ζητούμενο ήταν διπλό: να καμφθεί η οθωμανική αντίσταση και να εξασφαλιστεί εγκαίρως ο έλεγχος της Θεσσαλονίκης. Έτσι, η στρατιωτική επιχείρηση απέκτησε ταυτόχρονα χαρακτήρα αγώνα δρόμου με ιδιαίτερα μεγάλο πολιτικό διακύβευμα.
Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος είχε φέρει την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και το Μαυροβούνιο απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κοινή πολεμική προσπάθεια, ωστόσο, δεν εξάλειφε τις μεταξύ τους αντιθέσεις για την επόμενη ημέρα.
Η Θεσσαλονίκη, με το λιμάνι, τις εμπορικές δραστηριότητες και τη στρατηγική της θέση, αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους στόχους της εκστρατείας.
Ο έλεγχός της θα επηρέαζε την ισορροπία δυνάμεων στη Μακεδονία και ευρύτερα στα Βαλκάνια. 
Η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο στις 5 Οκτωβρίου 1912, σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο που χρησιμοποιούσε τότε. Η Στρατιά Θεσσαλίας, υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο, κινήθηκε προς τη Μακεδονία, ενώ άλλες ελληνικές δυνάμεις επιχειρούσαν στην Ήπειρο.
Οι πρώτες επιτυχίες και η διάσπαση της οθωμανικής άμυνας στο Σαραντάπορο άνοιξαν τον δρόμο για την προέλαση. Μαζί τους, όμως, έφεραν και μια κρίσιμη απόφαση: προς ποια κατεύθυνση έπρεπε να κινηθεί ο κύριος όγκος τουστρατού;
Στο ελληνικό στρατηγείο εξεταζόταν η κίνηση προς το Μοναστήρι, με στρατιωτικό σκεπτικό την καταδίωξη και εξουδετέρωση των οθωμανικών δυνάμεων που υποχωρούσαν. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος έδινε προτεραιότητα στη Θεσσαλονίκη, αντιλαμβανόμενος τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης βουλγαρικής κατάληψής της.
Η διαφορετική αυτή προσέγγιση προκάλεσε έντονη επικοινωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην ηγεσία του στρατεύματος. Τα τηλεγραφήματα αποτύπωναν τη σύγκρουση ανάμεσα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και στην ανάγκη επίτευξης ενός άμεσου πολιτικού στόχου.
Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ υποστήριξε επίσης την κατεύθυνση προς τη Θεσσαλονίκη. Τελικά, ο στρατός στράφηκε ανατολικά, με την ταχύτητα να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. 
Η απόφαση αυτή υπήρξε καθοριστική, καθώς οι εξελίξεις στο πεδίο δημιουργούσαν τετελεσμένα που δύσκολα θα ανατρέπονταν αργότερα στις διαπραγματεύσεις. Η Θεσσαλονίκη έπρεπε πρώτα να εξασφαλιστεί στρατιωτικά, ώστε η ελληνική πλευρά να μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τη διεκδίκησή της.
Η μάχη των Γιαννιτσών, στις 19 και 20 Οκτωβρίου, αποτέλεσε αποφασιστικό σταθμό. Οι οθωμανικές δυνάμεις επιχείρησαν να ανακόψουν εκεί την ελληνική προέλαση, αλλά η ήττα τους άνοιξε την προσέγγιση προς τη Θεσσαλονίκη.
Παρέμενε, ωστόσο, ένα σοβαρό φυσικό εμπόδιο: ο Αξιός. Οι καταστροφές στις γέφυρες και οι βροχοπτώσεις δυσκόλευαν τη μετακίνηση στρατιωτών, πυροβολικού και εφοδίων, την ώρα που κάθε καθυστέρηση μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμη.
Η διάβαση απαίτησε οργανωτική προσπάθεια και αξιοποίηση πρόχειρων υλικών από την περιοχή. Μέχρι τις 25 Οκτωβρίου μεγάλο μέρος των ελληνικών δυνάμεων είχε περάσει τον ποταμό και το Γενικό Στρατηγείο είχε εγκατασταθεί στην έπαυλη Τοψίν, στη σημερινή Γέφυρα.
Ο στρατός μπορούσε πλέον να προετοιμαστεί για επίθεση εναντίον των οθωμανικών θέσεων. Παράλληλα, άρχιζε η προσπάθεια να επιτευχθεί παράδοση και να αποφευχθεί μάχη για την πόλη.
Ο Χασάν Ταχσίν πασάς αντιμετώπιζε μια δυσμενή στρατιωτική κατάσταση. Με τη μεσολάβηση των προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων άρχισαν επαφές με την ελληνική διοίκηση.
Η αρχική οθωμανική πρόταση προέβλεπε να επιτραπεί στον στρατό του να αποσυρθεί με τον οπλισμό του προς την ανατολική πλευρά της Θεσσαλονίκης και να παραμείνει εκεί μέχρι τη λήξη του πολέμου. Για την ελληνική πλευρά, μια τέτοια συμφωνία δεν εξασφάλιζε την πλήρη εξουδετέρωση της αντίπαλης δύναμης. 
Ο Κωνσταντίνος απέρριψε την πρόταση και απαίτησε παράδοση του στρατού και κατάθεση των όπλων. Το πρωί της 26ης Οκτωβρίου η οθωμανική πλευρά επανήλθε, ζητώντας να διατηρήσει πέντε χιλιάδες όπλα για την εκπαίδευση νεοσυλλέκτων.
Το αίτημα απορρίφθηκε επίσης και οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν ενώ οι ελληνικές μονάδες προωθούνταν.
Ο χρόνος πίεζε και τις δύο διοικήσεις: η μία έβλεπε την άμυνά της να περισφίγγεται και η άλλη επιδίωκε άμεση ολοκλήρωση της παράδοσης.
Το απόγευμα ο Ταχσίν πασάς γνωστοποίησε ότι αποδεχόταν τις ελληνικές προτάσεις. Ο Κωνσταντίνος διέκοψε την προέλαση και έστειλε αντιπροσώπους για τη σύνταξη του πρωτοκόλλου. Την αποστολή ανέλαβαν ο αντισυνταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης και ο λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς.
Η στρατιωτική πίεση μεταφερόταν πλέον στο τραπέζι της τελικής συμφωνίας, όπου έπρεπε να αποτυπωθούν με σαφήνεια οι υποχρεώσεις της οθωμανικής πλευράς. 
Γύρω στις έντεκα το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης. Προέβλεπε την παράδοση της Θεσσαλονίκης στον Ελληνικό Στρατό και τον αφοπλισμό των οθωμανικών δυνάμεων, ενώ οι αξιωματικοί διατηρούσαν τα ξίφη τους υπό συγκεκριμένους όρους.
Την επομένη ρυθμίστηκαν συμπληρωματικά ζητήματα εφαρμογής της συμφωνίας. Η υπογραφή ανήμερα του πολιούχου Αγίου Δημητρίου συνέδεσε οριστικά τη στρατιωτική επέτειο με την ήδη ξεχωριστή ημέρα της πόλης.
Στις 27 Οκτωβρίου ελληνικά τμήματα εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη, ενώ στις 28 ακολούθησε ο Κωνσταντίνος με το επιτελείο του. Ο ελληνικός πληθυσμός υποδέχθηκε τον στρατό με ενθουσιασμό και η ελληνική σημαία υψώθηκε στο Διοικητήριο.
Η παράδοση είχε προηγηθεί της βουλγαρικής άφιξης, εξασφαλίζοντας στην Ελλάδα το καθοριστικό πλεονέκτημα. Ο ανταγωνισμός των συμμάχων, πάντως, παρέμενε ανοιχτός, καθώς ο κοινός πόλεμος δεν είχε επιλύσει το ζήτημα της διανομής των οθωμανικών εδαφών.
Η οριστική κατοχύρωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα συνδέθηκε με τις εξελίξεις του 1913 και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου.
Η 26η Οκτωβρίου 1912, ωστόσο, παρέμεινε η καθοριστική ημερομηνία της αλλαγής κυριαρχίας.
Η επιτυχία προέκυψε από τον συνδυασμό στρατιωτικών νικών, πολιτικής επιμονής και διαπραγμάτευσης σε συνθήκες αβεβαιότητας.
Εκείνο το βράδυ έκλεισε η οθωμανική περίοδος της Θεσσαλονίκης και διαμορφώθηκε ένα από τα σημαντικότερα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Tο pronews.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το pronews.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.
Δικαίωμα συμμετοχής στη συζήτηση έχουν μόνο όσοι έχουν επιβεβαιώσει το email τους στην υπηρεσία disqus. Εάν δεν έχετε ήδη επιβεβαιώσει το email σας, μπορείτε να ζητήσετε να σας αποσταλεί νέο email επιβεβαίωσης από το disqus.com
Όποιος χρήστης της πλατφόρμας του disqus.com ενδιαφέρεται να αναλάβει διαχείριση (moderating) των σχολίων στα άρθρα του pronews.gr σε εθελοντική βάση, μπορεί να στείλει τα στοιχεία του και στοιχεία επικοινωνίας στο [email protected] και θα εξεταστεί άμεσα η υποψηφιότητά του.